Με αυξημένα τα μέλη κατά 10.000 βρήκε την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων η ετήσια Γενική της Συνέλευση στο Μπιλμπάο(2-4 Απριλίου).
Και με μια ακόμα παράμετρο, ότι δηλαδή, δεν υπάρχουν πολλά χρήματα, αλλά συνεχώς αυξημένες υποχρεώσεις. Υποχρεώσεις άμυνας και ανάγκης οργάνωσης της προάσπισης της Δημοσιογραφίας σε Επαγγελματικά Επίπεδα, σε συνθήκες Ποιότητας και Προστασία των Δημοσίων Αρχών και Αξιών.
Ωστόσο, εξ αιτίας ενός προβλήματος υγείας δεν είναι ολοκληρωμένη για την Οικονομική Επιτροπή η αναφορά για τον προϋπολογισμό και θα αποσταλεί προκειμένου ν συνταχθεί η σχετική έκθεση ( από την επιτροπή) σύντομα. Ωστόσο, οι προκλήσεις και οι αυξημένες ανάγκες αντιμετώπισής τους έφεραν ως αποτέλεσμα την σκέψη αποδοχής, από άλλες πηγές, οικονομικών πόρων, ενώ προτείνεται για το επόμενο έτος αύξηση κατά 15%, ως τελευταία αύξηση για να καλυφθεί η χαμένη αξία των τελευταίων δέκα χρόνων. Υπάρχει η υπόσχεση, όμως, ότι αυτή θα είναι η τελευταία. Από το 2007 η αύξηση θα είναι στο επίπεδο του πληθωρισμού του Βελγίου της τάξης δηλαδή του 2%.
Ετσι για το θέμα θα επανέλθω όταν σταλούν τα στοιχεία και συνεδριάσει η Επιτροπή, ( στην οποία έχω εκλεγεί) εν καιρώ…
Από την άλλη πλευρά αυτό που επισημάνθηκε, στην Συνέλευση της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας, είναι ότι:
Η Δημοκρατία εξαρτάται πάντα από την καλή ελεύθερη και αντικειμενική Δημοσιογραφία. Οι ιδιοκτήτες ολοένα και περισσότερο νοιάζονται για την κερδοφορία αυτής της βιομηχανίας της γνώσης, αναζητώντας την συνενοχή της συμμετοχής στην ίδια οικογένεια, που είναι μόνο ένα μικρό τμήμα της μεγάλης βιομηχανίας παραγωγής.
Οι Δημοσιογράφοι δεν νοιάζονται παρά μόνο για την είσπραξη όσων τους έχουν υποσχεθεί. Με αποτέλεσμα να μειώνεται η ποιοτική Δημοσιογραφία, και να βρίσκεται υπό επίθεση, με εργαζόμενους κάτω από ολοένα και περισσότερο αυξανόμενες ανασφαλείς συνθήκες.
Ανάγκη, είναι ως εκ τούτου, να δραστηριοποιηθούν οι Ενώσεις - μέλη στις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων.
Στο πλαίσιο της παράλληλης με την Συνέλευση, συνάντησης για την Δημοσιογραφία, τον Πόλεμο και τα Δικαιώματα του Πολίτη, μεταξύ άλλων τονίστηκε ότι: ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της Δημοκρατίας είναι οι βασικοί κορμοί κάθε πολιτισμένης κοινωνίας, ότι απορρίπτεται κάθε μήνυμα, ότι μπορεί αυτά να θυσιαστούν υπό το πρόσχημα του πολέμου κατά της τρομοκρατίας, ότι υπάρχει επιμονή για σεβασμό της ελεύθερης έκφρασης, της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας και του δικαιώματος να γνωρίζει ο πολίτης, όλα όσα τον βοηθούν στην εξάσκηση και διεύρυνσης της Δημοκρατίας, αναγνωρίζοντας ότι οι νόμοι και οι ρυθμίσεις στο όνομα αυτής της καταπολέμησης, έχουν μειωθεί σχεδόν στο μισό των στάνταρς που ετέθησαν το 1948 από τα Ηνωμένα Εθνη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, από ορισμένες Κυβερνήσεις. Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία αξιώνει από τα μέλη της, αφενός, να ενισχύουν και να συνδράμουν κάθε κοινωνική άμυνα απέναντι σε αυτές τις απειλές, και να αξιώσουν παράλληλα από τις Κυβερνήσεις, να μην θυσιάζουν τις ελευθερίες των Πολιτών στο όνομα της δήθεν προστασίας της Δημόσιας Ασφάλειας.
Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία θα αναπτύξει γιαυτό μια νέα διεθνή εκστρατεία για να αφυπνίσει το ενδιαφέρον των Ενώσεων και δια αυτών των πολιτών για τις πολιτικές ασφάλειας, στις ελευθερίες των πολιτών και την ελευθερία της δημοσιογραφίας, ώστε να μην επιτραπεί άλλη επίθεση σε βάρος των Δημοκρατικών Δικαιωμάτων.
Παράλληλα, αναπτύσσει εκστρατεία για τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης Δημοσίου Συμφέροντος, συγκροτώντας και μια ομάδα από experts για το σκοπό αυτό. Και αυτό γιατί πρέπει να αναπτυχθεί αλληλεγγύη απέναντι στην πολλαπλή επίθεση που δέχονται αυτά τα Μέσα, από Πολιτικούς και Οικονομικούς κύκλους, που θέτουν εν αμφιβόλω τον ρόλο τους, ( των Μέσων αυτών). επιδιώκοντας να καθυποτάξουν το Δημόσιο Συμφέρον που αυτά οφείλουν να προασπίζουν σε νεοφιλελεύθερες επιλογές. Προτεραιότητα αυτής της επιτροπής θα είναι το BBC και η RAI, ενώ ζητείται η εγρήγορση όλων των Ενώσεων σε ολόκληρη την Ευρώπη, αφού, η επίθεση είναι γενικευμένη με απώτερο στόχο το πισωγύρισμα σε εποχές Κυβερνητικού Ελέγχου και εμπορικής εκμετάλλευσης αξιών που το Δημόσιο Συμφέρον πρέπει να απορρίπτει.
Στη Συνέλευση, ετέθη το θέμα της ανάγκης ενεργοποίησης των Ενώσεων για την προστασία των Συμβάσεων, οι οποίες θα πρέπει να αφορούν όλες τις περιπτώσεις εργασίας, και όλες τις μορφές Δημοσιογραφικού έργου, η επιπλέον και υψηλότερου επιπέδου επιμόρφωση και μόρφωση των Δημοσιογράφων στις αλλαγές στο επάγγελμα και με τις νέες απαιτήσεις που επιβάλλουν οι νέες τεχνολογίες.
Το θέμα των Freelancers, τονίστηκε ότι οι Ενώσεις - μέλη οφείλουν να το δουν ως πρώτη προτεραιότητα αφού συνεχώς αυξάνεται ο αριθμός όσων εξαναγκάζονται σε αυτού του είδους την Δημοσιογραφία, ενώ θα εξεταστεί το παράδειγμα της Γαλλίας, για τους «εργαζόμενους με το κομμάτι» για την διερεύνηση ακολουθίας του παραδείγματος, όπου δεν υπάρχουν ΣΣΕ ή είναι ελλιπής η Νομοθεσία. Στόχος είναι οι Freelancers να απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα με το κανονικά αμοιβόμενο προσωπικό.
Σχετικά με τα ζητήματα ελεύθερης διακίνησης της πληροφορίας και των Δημοσιογράφων στην Κύπρο θα γίνει μια συνάντηση των Ενώσεων από τις δύο πλευρές με ατζέντα που θα συμφωνηθεί για να εξεταστούν από κοινού τα προβλήματα με την μεγαλύτερη δυνατή αλληλεγγύη.
Προτάθηκε ακόμα στις 8 Απριλίου οι Δημοσιογραφικές Ενώσεις να διαδηλώσουν έξω από τις Αμερικανικές Πρεσβείες και να απαιτήσουν την μεγαλύτερη δυνατή και αποτελεσματική διερεύνηση των συνθηκών δολοφονίας και απαγωγής συναδέλφων στο Ιράκ.
Ακόμα εγκρίθηκε ψήφισμα για την δολοφονία του Κουτλού Ανταλλί το 1996 και της απαίτησης οι δυο πλευρές όπως επισημαίνει η σχετική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (31 Μαρτίου 2005)να διερευνήσου σε μεγαλύτερο βάθος τις ευθύνες στην Τουρκία για την δολοφονία.

Ετήσια συνάντηση της ΕΟΔ (05)στο Μπιλμπάο
Αναφορά της Νέλλης Κατσαμά μέλος της F.C.













Με παρεξηγήσιμη βιασύνη χωρίς να προλάβει καλά-καλά να τη διαβάσει προσεκτικά, η πλειονότητα του ΔΣ της ΕΣΗΕΑ δημοσίευσε στο site της Ένωσης την περιβόητη λίστα με τα ονόματα των δημοσιογράφων που εργάστηκαν στο Δημόσιο τομέα και στα Δημόσια ΜΜΕ το 2003.
Παρερμηνεύοντας, προφανώς, τη φράση του Ιάκωβου Μάγερ "η δημοσίευσις είναι η ψυχή της Δικαιοσύνης" η οποία κοσμεί και την πρώτη σελίδα του site της ΕΣΗΕΑ, η πλειονότητα του ΔΣ (τα επτά από τα έντεκα μέλη αφού μειοψήφισαν ο Δ. Τσαλαπάτης και ο Ν. Μεγγρέλης, ενώ απουσίαζαν η Ν. Νταουντάκη και ο Κ. Μπετινάκης), έχασε την ψυχραιμία της και αντέδρασε απολογητικά, ως θιγμένη άμεμπτος παρθένος που κινδυνεύει να κολαστεί, νομίζοντας ότι διαμέσου της λίστας και της δημοσιοποίησής της, αποτινάζει από πάνω της κάθε υποψία ενοχής για τα τόσα και τόσα που ακούγονται χρόνια τώρα για τον κλάδο και ξαφνικά -μάλλον όχι τυχαία- επανήλθαν στην επικαιρότητα.
Όμως, δυστυχώς, η εσπευσμένη δημοσίευση μιας ελλιπούς λίστας (δεν περιλαμβάνει το υπ. Εξωτερικών, τις ΔΕΚΟ και εποπτευόμενους από υπουργεία οργανισμούς, τον "ΑΘΗΝΑ 2004", τις αθλητικές ομοσπονδίες, τους δήμους, τις νομαρχίες κ.α.) μόνο "ενημερωτικό θόρυβο" προκάλεσε και πολλές διαμαρτυρίες θιγόμενων έντιμων δημοσιογράφων, αντί να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Είναι κρίμα και απορίας άξιο πως έμπειροι δημοσιογράφοι που απαρτίζουν το ΔΣ της ΕΣΗΕΑ επέλεξαν να διαχειριστούν με αυτό τον τρόπο μια επικοινωνιακή φωτοβολίδα και να συρθούν στο "παιχνίδι" του αρμόδιου υπουργού για τα ΜΜΕ.
Για τέτοια θέματα μείζονος σημασίας, όπως είναι το ήθος ενός ολόκληρου κλάδου, θα έπρεπε ένα ΔΣ που σέβεται τον εαυτό του, να συγκαλέσει έκτακτη Γενική Συνέλευση και ύστερα να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια αφού πάρει την εξουσιοδότηση από τη ΓΣ που είναι το ανώτερο όργανο του σωματείου.
Δεν αρκεί μόνο, η καθόλα σεβαστή, ευθιξία του προέδρου της ΕΣΗΕΑ κ. Μαθιουδάκη και των άλλων έξι μελών του σωματείου, αφού όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων στην περιβόητη λίστα περιλαμβάνονται και μέλη άλλων σωματείων ΕΣΠΗΤ, ΕΣΗΕΜΘ κ.α.
Ακόμη και αν η δικαιολογία της ΕΣΗΕΑ είναι ότι δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε γι' αυτό τα "βγάζουμε όλα στη φόρα", υπάρχει πρόβλημα, αφού η χρονική στιγμή και το "πλαίσιο" που έγινε η δημοσίευση δημιούργησε σύγχυση σε βάρος έντιμων εργαζόμενων τους οποίους μερικές "ντουντούκες" του λαϊκιστικού Γκεμπελισμού δεν δίστασαν να "δικάσουν" συλλήβδην για κακούργημα!
Εμείς δεν πρόκειται να δημοσιεύσουμε καμμία τέτοια λίστα διότι δεν θέλουμε να συμβάλλουμε στη σύγχυση και στον "ενημερωτικό θόρυβο".
Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να τεθεί επιτέλους το θεσμικό πλαίσιο ώστε να μην μπορεί κανένας να αφήνει συλλήβδην υπόνοιες για τους δημοσιογράφους ότι "τα πιάνουν", ότι είναι "βαποράκια" της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας. Και το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει, ο πρώτος θεμέλιος λίθος που πρέπει να τεθεί για το κύρος του δημοσιογράφου είναι η ΚΑΤΟΧΥΡΩΣΗ του επαγγέλματός του. Τότε δεν θα μπορεί ο κάθε υπουργός και ο κάθε εργοδότης να ορίζει και να διορίζει μόνος του όποιον θέλει για να του κάνει τη "δουλειά" και να λέει εκ των υστέρων ότι τον "ταϊζει" με διπλοθεσίες, με μυστικά κονδύλια και αργομισθίες. Τότε, οι κ.κ. της εξουσίας θα είναι αναγκασμένοι να προσλαμβάνουν δημοσιογράφους με συγκεκριμένα προσόντα, θα τους πληρώνουν με συγκεκριμένο συμφωνημένο μισθό τον οποίο θα σέβονται, γιατί με κατοχυρωμένο το επάγγελμα, δεν θα μπορούν να απορρυθμίζουν τις σχέσεις εργασίας με "διαθέσιμη Εφεδρεία" τον ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ.
Αν, τέλος, η πλειονότητα του ΔΣ της ΕΣΗΕΑ καταλαβαίνει ότι, δεν πάει άλλο με το επάγγελμα να είναι "ξέφραγο αμπέλι" χωρίς καμμία θεσμική κατοχύρωση, ας κάνει το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Με το επάγγελμα "ξέφραγο αμπέλι" θα ευδοκιμούν οι ανεπαρκείς δημοσιογράφοι της "αρπαχτής", οι δημοσιοσχεσίτες και οι κάθε λογής παρατρεχάμενοι, χωρίς το απαραίτητο μορφωτικό επίπεδο και χωρίς το ήθος για το οποίο γίνεται τόση φασαρία τις τελευταίες μέρες.
Περιμένουμε να δούμε που θα βγάλει όλη αυτή η ιστορία...

Ανεξάρτητα αν είναι νομικά "σωστό", αν θα καταρριφθεί στην πράξη, όπως ισχυρίζονται κάποιοι ή αν έγινε για να αναδιατάξει τα ΜΜΕ υπέρ των "ημετέρων", το νομοσχέδιο για τον βασικό μέτοχο απέδειξε αμέσως, ακόμη και πριν από την εφαρμογή του, ότι υπάρχει κυβερνητική βούληση να πλήξει ουσιαστικά τη στενή σχέση ΜΜΕ-κατασκευαστών.
Χωρίς, τα γνωστά εμφανή τουλάχιστον, «παράθυρα» που χρησιμεύουν για να ικανοποιούνται επί της ουσίας οι «δικοί μας άνθρωποι» και να εφησυχάζει η ανυποψίαστη Κοινή Γνώμη, η κυβέρνηση θεσμοθέτησε, αψηφώντας τις πολύ σημαντικές παρενέργειες που επιφέρει στο συγκρότημα Μπόμπολα.
Ο θεσμός αυτός που υποστηρίχθηκε στο μεγαλύτερο μέρος του και από τα δύο κόμματα της Αριστεράς (ΚΚΕ και ΣΥΝ), αλλά απορρίφθηκε από το ΠΑΣΟΚ, το οποίο όπως είπε ο εκπρόσωπός του θα τον καταργήσει όταν γίνει κυβέρνηση, δεν ξέρουμε στην πράξη πόσο χρήσιμος θα αποδειχτεί και πόσο θα συμβάλλει στην ανεξαρτησία των ΜΜΕ, στην ενίσχυση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και στην μείωση της διαπλοκής.
Επίσης, δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι η κυβέρνηση τον έφερε στη Βουλή για να πλήξει μόνο το συγκρότημα Μπόμπολα από εκδίκηση, γιατί τότε και τα κόμματα της Αριστεράς που ψήφισαν τα 8 από τα 14 άρθρα του, θα μπορούσαν να κατηγορηθούν και αυτά για κάποιας μορφής εκδικητικότητα εναντίον του εκδότη του «Έθνους».
Ο καιρός θα δείξει.
Ωστόσο, αν η κυβέρνηση θέλει πραγματικά την ανεξαρτησία του Τύπου, δεν αρκεί μόνο να αποκλείει τη σχέση ΜΜΕ-κατασκευαστών.
Θα πρέπει, επίσης, να φροντίσει σε συνεργασία με τις δημοσιογραφικές ενώσεις να κατοχυρώσει το επάγγελμα του δημοσιογράφου, έτσι ώστε οι λειτουργοί της ενημέρωσης να είναι ανεξάρτητοι και να μη μετατρέπονται σε βαποράκια του εκάστοτε επιχειρηματία, λόγω της εργασιακής ανασφάλειας.


Σημ.: το νομοσχέδιο για το βασικό μέτοχο είχε τις πρώτες σημαντικές παρενέργειες και στη διεύθυνση της εφημερίδας «Έθνος» αφού ο εκδότης απέλυσε τον αρχισυντάκτη του πολιτικού τμήματος Α. Δελατόλλα και ανάγκασε σε παραίτηση το διευθυντή Δημ. Μπενέκο. Για τον Α. Δελατόλλα, ο οποίος είναι κουμπάρος του υπουργού Τύπου Θ. Ρουσόπουλου αλλά και του υπουργού Δημόσιας Τάξης Γ. Βουλγαράκη, ο εκδότης απέσυρε την εμπιστοσύνη του μετά τις εξελίξεις που θίγουν τα συμφέροντά του. Ο διευθυντής, σύμφωνα με πληροφορίες, αναγκάστηκε σε παραίτηση αφού διαφώνησε με την απόλυση του αρχισυντάκτη και με την απαίτηση να εντείνει τις επιθέσεις κατά των υπουργών Θ. Ρουσόπουλου και Π. Παυλόπουλου που είναι οι αρχιτέκτονες του νόμου για τον βασικό μέτοχο.

«Το νομοσχέδιο για το βασικό μέτοχο δεν αντιμετωπίζει το θέμα της συγκέντρωσης των ΜΜΕ, δεν ελέγχει το ιδιοκτησιακό, δεν εξυπηρετεί τη βιωσιμότητα και χρηματοδότηση των Μέσων, ενώ την πληρώνουν οι δημοσιογράφοι με απολύσεις», ήταν η πρώτη αντίδραση του προέδρου της ΕΣΗΕΑ κατά τη συνάντηση με τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Γιώργο Παπανδρέου.

-------------------------------------------------
Στις 15 Μαϊου του 2002, είχαμε αναφερθεί με άρθρο μας στο νόμο που είχε ψηφιστεί τότε από την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ για τον βασικό μέτοχο. Αξίζει να το θυμηθούμε:

15/05/2002: Ο "Βασικός συμ-μέτοχος"


¶λλο ένα άλλοθι, άλλο ένα προστατευτικό περίβλημα για τους διαπλεκόμενους βαρόνους των ΜΜΕ που λυμαίνονται τα δημόσια έργα, ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή κατά πλειοψηφία και επί των άρθρων. Πρόκειται για το περιβόητο νομοσχέδιο περί του "βασικού μετόχου" σε επιχειρήσεις Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, σύμφωνα με το οποίο όσοι κατέχουν πάνω από 5% των μετοχών, απαγορεύεται να αναλαμβάνουν δημόσια έργα.
Δεν λέμε, από το τίποτα κάτι είναι, έστω και ένας μικρός περιορισμός. Όταν όμως είναι διάτρητος και επί της ουσίας ανέφικτος, τότε αχρείαστος να είναι. Όταν οι κρατικοδίαιτοι βαρόνοι των ΜΜΕ, μπορούν εύκολα να τον παρακάμπτουν μέσα από τις λεγόμενες υπεράκτιες (off shore) εταιρείες κ.λπ., τότε ένας τέτοιος νόμος μετατρέπεται σε "άλλοθι" για να κάνουν ευκολότερα τις "βρώμικες δουλειές τους" και να εξασφαφαλίζουν "τιμιότερα" τις παχυλές τους προμήθειες.
Τότε, δεν τηρούνται ούτε οι στοιχειώδεις κανόνες ανταγωνισμού στην οικονομία της αγοράς, για την οποία υποτίθεται ότι τόσο πολύ κόπτονται οι προαναφερόμενοι επιχειρηματίες.
Το νομοσχέδιο αποτελεί βέβαια σαφές δείγμα γραφής της αδυναμίας της κυβερνητικής πλειοψηφίας να συγκρουστεί με τη διαπλοκή και να τροφοδοτήσει με λίγο οξυγόνο την ασφυκτιούσα "σοσιαλ-νεοφιλελεύθερη" οικονομική πολιτική της.
Αποτελεί σαφές δείγμα ότι, η κυβέρνηση είναι "βασικός συμ-μέτοχος" στο φαγοπότι της διαπλοκής.
Τρανή απόδειξη των παραπάνω, ήταν η περιφρονητική απουσία εκπροσώπου της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΙΗΕΑ) από τη συνεδρίαση της Βουλής κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου, παρόλο που είχε προσκληθεί.
Όσο για τις αντιδράσεις ορισμένων βουλευτών, όπως ο Φ. Ιωαννίδης που είπε "έχουμε τρόπους να τους δείξουμε ότι δεν είναι τα αφεντικά και ότι πρέπει να σέβονται τη Βουλή", περιμένουμε να δούμε…



Για το "βασικό μέτοχο" παρενέβη και ο πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ κ. Αριστείδης Μανωλάκος.Ακολουθεί η τοποθέτησή του στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής:

"Ο Πρόεδρος της Ε.Σ.Η.Ε.Α. καταθέτοντας σήμερα ενώπιον
της αρμοδίας Επιτροπής της Βουλής για το νομοσχέδιο με τίτλο "Περιορισμοί στη σύναψη Δημοσίων Συμβάσεων με
πρόσωπα που δραστηριοποιούνται ή συμμετέχουν σε επιχειρήσεις Μέσων Ενημέρωσης" (γνωστό ως Νομοσχέδιο
για τον Βασικό Μέτοχο) ως και για την τροπολογία
που αφορά την παροχή δευτέρου σημείου εκπομπής σε ειδησεογραφικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς εξέθεσε τις ακόλουθες θέσεις επ' αυτών.

Όσον αφορά τον βασικό μέτοχο
α) Το νομοσχέδιο αναφέρεται στην εκτέλεση Συνταγματικής Διατάξεως. Ως
εκ τούτου η οποιαδήποτε κριτική επ' αυτού περιορίζεται από την ίδια την
έννοια του βασικού μετόχου που εισάγεται με τη Συνταγματική Διάταξη.
Κριτική δε της Συνταγματική Διάταξης σήμερα είναι άνευ αντικειμένου.
Δυστυχώς ο συνταγματικός νομοθέτης περιόρισε το θέμα της διαπλοκής μόνο
στον βασικό μέτοχο και δεν έλαβε υπόψη και άλλες παραμέτρους, όπως το
μερίδιο που έχει η επιχείρηση στην αγορά, η θέσπιση των οποίων θα εμπόδιζε
τη δημιουργία μονοπωλιακών καταστάσεων στα ΜΜΕ.
β) Ως προς την επιλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΣΡ ο
κ. Πρόεδρος επανέλαβε την πρόταση της Ε.Σ.Η.Ε.Α. ότι θα πρέπει να
νομοθετηθεί η δυνατότητα της επιτροπής των Προέδρων της Βουλής να δέχεται και
προτάσεις από τους αρμόδιους κοινωνικούς φορείς, όπως η ΕΣΗΕΑ, για
πρόσωπα αναγνωρισμένου κύρους.


Ως προς την τροπολογία
α) Η Ε.Σ.Η.Ε.Α. δεν δέχεται την παροχή και δεύτερης συχνότητας. Η τυχόν
παροχή δευτέρου σημείου εκπομπής είναι θέμα τεχνικό. Αλλά σε καμία
περίπτωση - επαναλαμβάνουμε δεν μπορεί να συνδέεται ή να αποτελέσει
εφαλτήριο για την παροχή δεύτερης συχνότητας. Η Ε.Σ.Η.Ε.Α. δεν θα είχε
αντίρρηση για το δεύτερο σημείο εκπομπής προκειμένου οι ειδησεογραφικοί
σταθμοί να μπορούν να καλύπτουν όλο τον Νομό. Εξάλλου, είναι δεδομένη η
πολιτική βούληση της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την
ψήφιση της τροπολογίας και επομένως η μόνη δυνατότητα που μας απομένει
είναι να περιφρουρήσουμε το ρόλο και την εργασία των δημοσιογράφων.
β) Στα επί μέρους θέματα της τροπολογίας η Ε.Σ.Η.Ε.Α. δεν δέχεται τη
διατύπωση της απασχόλησης των συντακτών υπό οιαδήποτε νομική μορφή και
προτείνει ως προϋπόθεση της σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους
απασχόλησης.
Επίσης δεν δέχεται ως προϋπόθεση την προηγουμένη επί 1 έτος απασχόληση
δεδομένου ότι μέχρι και το 1999 οι συντάκτες που εργάζονταν στην
ιδιωτική ραδιοτηλεόραση δεν υπάγονταν στην ασφάλιση του Τ.Σ.Π.Ε.Α.Θ. και ως
εκ τούτου δεν μπορούσαν μέχρι σήμερα να γίνουν όλοι μέλη της Ένωσης.
γ) Παρότι δεν κατονομάζεται εμμέσως προκύπτει ότι η τροπολογία αφορά
κυρίως το Νομό Αττικής και Θεσσαλονίκης. Γι' αυτό αντί του αόριστου όρου
"Δημοσιογραφική οργάνωση" θα πρέπει να τεθούν ονομαστικά η Ε.Σ.Η.Ε.Α.
και η Ε.Σ.Η.Ε.Μ.Θ.. Στην περίπτωση που και σε άλλους Νομούς υπάρχουν
ειδησεογραφικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί που πληρούν τις διατάξεις του νόμου
να αναφέρονται και οι αναγνωρισμένες τοπικές Ενώσεις (ΕΣΗΕΘΣΕ -
ΕΣΗΕΠΗΝ).
δ) Να συμπληρωθεί η τροπολογία με τη τροποποίηση του άρθρου 1 του ν.
2328/95 με την οποία να ορίζεται ότι μέχρι να υπογραφούν οι ΣΣΕ με τους
τηλεοπτικούς ή ραδιοφωνικούς σταθμούς ή τις Ενώσεις αυτών να ισχύει για
τους συντάκτες που εργάζονται σε αυτούς οι αντίστοιχες ΣΣΕ που
υπογράφει η Ε.Σ.Η.Ε.Α. με την Ε.Ι.Η.Ε.Α. και τούτο γιατί σήμερα το Σύνταγμα και
οι νόμοι δίνουν το δικαίωμα στις ιδιωτικές επιχειρήσεις να συγκροτούν
Ομίλους εκμετάλλευσης όλων των Μέσων (εφημερίδων, τηλεοράσεων,
ραδιοφώνων, περιοδικών, portals κ.λπ)
ε) Τέλος, η διάταξη με την οποία εντέλλονται ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί
σταθμοί να μεταδίδουν σε περιπτώσεις "προστασίας του δημοσίου συμφέροντος
κλπ" μηνύματα και πληροφορίες των κρατικών υπηρεσιών είναι συνταγματικά
ανεπίτρεπτη και θεσμικά ανακόλουθη διότι οδηγεί σε ευθεία
καταστρατήγηση των διατάξεων για το ΕΣΡ. Πλέον του ότι η έννοια της προστασίας του
δημοσίου συμφέροντος ή έκτακτης ανάγκης μπορεί να οδηγήσουν σε
ανεπίτρεπτες παρεμβάσεις και ελέγχους των κρατικών υπηρεσιών και να
δημιουργήσουν προβλήματα λειτουργίας και ελέγχου της ενημέρωσης και κατ' επέκταση
των ατομικών ελευθεριών και του δημοκρατικού πολιτεύματος".





Μετά το περιβόητο νομοσχέδιο για το βασικό μέτοχο κυριάρχησε το θέμα των δημοσιογράφων που κινούνται έξω από το πλαίσιο της δεοντολογίας, είτε γιατί είναι πολυθεσίτες αργόμισθοι στο Δημόσιο είτε γιατί είναι "βαποράκια" της οικονομικής εξουσίας είτε γιατί «τα πιάνουν» από «μυστικά κονδύλια» και πάει λέγοντας.

Η κυβέρνηση φαίνεται ότι «γλυκάθηκε» από την απήχηση που είχε για τον «βασικό μέτοχο» και θέλει να ρυθμίσει, ιδιαίτερα στον δημόσιο τομέα , όσα μπορεί και στο δημοσιογραφικό επάγγελμα.

Ένα επάγγελμα που δεν είναι κατοχυρωμένο, το οποίο έχει αφεθεί εδώ και δεκαετίες στο έλεος της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας, με την ανοχή και ενίοτε την προώθηση- κάποιων βολεμένων δημοσιογράφων συντεχνιακής νοοτροπίας που το υπηρετούν ως «λειτούργημα» από όλα τα πόστα (συνδικαλιστές, διαπλεκόμενοι, μεγαλοπιασμένοι σταρ, κουμπάροι κ.ο.κ.).

Ένα επάγγελμα που οι εκδότες και οι εκάστοτε διαχειριστές της κρατικής εξουσίας,- παρά το σημερινό δήθεν ενδιαφέρον τους-, ήθελαν και θέλουν να παραμένει ακατοχύρωτο, για να μπορούν εύκολα να το χειραγωγούν με απειλές απόλυσης, με χαμηλούς μισθούς, με εργασιακές συνθήκες γαλέρας, με εκμαυλισμούς και με ένα εφεδρικό στρατό «διαθέσιμων αλεξιπτωτιστών» που τους χρησιμοποιούν για να απορρυθμίζουν τις εργασιακές σχέσεις όποτε αισθάνονται, ότι κινδυνεύουν να χάσουν τον έλεγχο της «ενημέρωσης».

Αν όλοι αυτοί που κόπτονται σήμερα για τη διαφάνεια στο δημοσιογραφικό επάγγελμα και για την ποιότητα της ενημέρωσης, είχαν αγαθές προθέσεις, δεν θα είχαμε φτάσει σε αυτή την κατάντια. Δεν θα είχε απαξιωθεί ο δημοσιογράφος και η δουλειά του σε τέτοιο βαθμό. Δεν θα ήταν αναγκασμένες οι εφημερίδες να κάνουν συνεχείς καθημερινές προσφορές κάθε είδους για να μπορέσουν να πουληθούν σαν «χάρτινες πόρνες» που δίνουν τα πάντα και τα κάνουν όλα.

Αν η αυτορρύθμιση που ισχύει τόσα χρόνια ήταν αρκετή, δεν θα είχαμε φτάσει σήμερα στο σημείο, να μιλάμε για διαπλεκόμενους, χρηματιζόμενους, διεφθαρμένους, αργόμισθους ακόμη και για ρουφιάνους δημοσιογράφους.

Επομένως, όταν ακούμε ακόμη και υπουργούς Τύπου να μιλάνε για αυτορρύθμιση πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί.

Πράγματι, στην πέμπτη σελίδα της «Ελευθεροτυπίας» στις 27/1/2005, ο πρώην υπουργός Τύπου Δ. Ρέππας, απαντώντας γραπτώς σε σημείωμα του Γ.Β. (Γιώργου Βότση) έλεγε: «Πιστεύω από θέση αρχής, ότι τα θέματα του Τύπου πρέπει να αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο αυτορρύθμισης με κανόνες που επιβάλλονται από τα αντίστοιχα όργανα τα οποία ελέγχουν και την τήρησή τους. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο υιοθέτησα τη θέση που διατυπώνει μονίμως η ΕΣΗΕΑ για μη έκδοση νόμου, σχετικά με τις προϋποθέσεις και τα προσόντα που πρέπει κάποιος να διαθέτει για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, όπως προβλέπει το Σύνταγμα της χώρας σε όλες τις μορφές του από το 1975 μέχρι και σήμερα. Το ίδιο έπραξαν και σωστά, όσοι εθήτευσαν πριν και μετά από εμένα στο αρμόδιο υπουργείο».

Δηλαδή, ο κ. Ρέππας μπορούσε να αποσαφηνίσει με νόμο «τις προϋποθέσεις και τα προσόντα που πρέπει κάποιος να διαθέτει για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος» αλλά δεν το έκανε γιατί πιστεύει ότι πρέπει να το κάνει η ΕΣΗΕΑ και οι άλλες ενώσεις.

Είναι και αυτό μια άποψη, αλλά δεν είναι όλη η αλήθεια.

Ο κ. Ρέππας και ο κάθε υπουργός Τύπου, αφού όπως λέει «το ίδιο έπραξαν και σωστά, όσοι εθήτευσαν πριν και μετά από εμένα στο αρμόδιο υπουργείο», δεν τόλμησε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους γιατί πρώτον θα δυσαρεστούσε τους πανίσχυρους εκδότες οι οποίοι δεν θέλουν κατοχύρωση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος για να ορίζουν οι ίδιοι όποιον «γουστάρουν» ως δημοσιογράφο και δεύτερον για να μπορεί ως διαχειριστής της κρατικής εξουσίας να κάνει και αυτός το ίδιο στον δημόσιο τομέα.

Αν το δημοσιογραφικό επάγγελμα ήταν κατοχυρωμένο ( αν π.χ. για να το ασκήσει κανείς έπρεπε να έχει πανεπιστημιακή μόρφωση και να γνωρίζει, ας πούμε, σε επίπεδο lower την Αγγλική γλώσσα κ.ο.κ.) ο κ. Ρέππας και ο κάθε υπουργός Τύπου δεν θα μπορούσε να διορίζει στρατιές παρατρεχάμενων ψηφοφόρων του στο δημόσιο και να τους βαφτίζει δημοσιογράφους εν μία νυκτί! Δεν θα ήταν ανεξέλεγκτος να κάνει το προσωπικό πολιτικό του παιχνίδι με «μισθοφόρους», οι οποίοι γνωρίζοντας ότι δεν έχουν τα προσόντα του επαγγελματία δημοσιογράφου, μετατρέπονταν εύκολα σε υπάκουο κομματικό στρατό που μόνο καλό δεν μπορούσε να κάνει στην υπόθεση της ενημέρωσης και της ελευθεροτυπίας.

Το ίδιο ισχύει και για τους εκδότες, οι οποίοι αρνούνται να δώσουν π.χ. επίδομα πτυχίου διότι όπως λένε, αφού οι ίδιοι δεν ζητάνε πτυχίο για να χρίσουν κάποιον δημοσιογράφο, γιατί να δώσουνε επίδομα; Είναι δυνατόν όμως σήμερα που το μορφωτικό επίπεδο έχει ανέβει και οι περισσότεροι νέοι κάνουν και μεταπτυχιακές σπουδές, οι δημοσιογράφοι οι οποίοι «αγωνιούν να σταθούν ως πνευματικοί άνθρωποι», όπως λέει ο συν. Γ. Ε. Διακογιάννης, στην επιστολή του προς την ΕΣΗΕΑ με αφορμή τη συνάντηση του Ζαππείου, να μένουν στάσιμοι στην ίδια τάξη; Είναι, μάλλον, αφού αυτό βολεύει τα αφεντικά της ενημέρωσης.

Από την άλλη βέβαια και οι διοικήσεις της ΕΣΗΕΑ που μιλούν για αυτορρύθμιση δεν έχουν δώσει δείγματα μέχρι σήμερα ότι κόπτονται για την κατοχύρωση του επαγγέλματος. Τα αφήνουν όλα στην «αυτορρύθμιση» η οποία ως δια μαγείας λύνει τα προβλήματα πάντα βέβαια υπέρ των ισχυρών και σε βάρος των μεροκαματιάρηδων της ενημέρωσης.

Η επίκληση μιας τέτοιας «αυτορρύθμισης» θυμίζει τη διαδικασία του laissez faire στην οικονομία, όπου η αγορά ρυθμίζεται από μόνη της ως δια μαγείας χωρίς κρατικές άνωθεν παρεμβάσεις, αφού οι εργαζόμενοι κάμπτονται και χειραγωγούνται από τις συνθήκες ζούγκλας που επιβάλλουν οι κυρίαρχες δυνάμεις.

Τέτοια laissez faire αυτορρύθμιση να λείπει. Δεν την έχουν ανάγκη οι έντιμοι επαγγελματίες δημοσιογράφοι, οι οποίοι θέλουν να εργάζονται αξιοπρεπώς, να είναι κατοχυρωμένο το επάγγελμά τους και να μην απορρυθμίζεται από τον αυταρχισμό, τους «αλεξιπτωτιστές» και τα «βαποράκια» της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας.

Τέτοια αυτορρύθμιση είναι απορρύθμιση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος.

Για να υπάρξει αυτορρύθμιση σημαίνει ότι προηγουμένως ορίζεται θεσμικό πλαίσιο, ότι οι δημοσιογραφικές ενώσεις απαιτούν να υπάρχει θεσμικό πλαίσιο που κατοχυρώνει τον επαγγελματία δημοσιογράφο και όχι ασαφές καθεστώς που αφήνει ασύδοτη την εργοδοσία είτε είναι κρατική είτε ιδιωτική.

Αυτορρύθμιση σημαίνει ότι, για να κάνει κάποιος τον δημοσιογράφο πρέπει να έχει συγκεκριμένα προσόντα και συγκεκριμένες αξιοπρεπείς αμοιβές, πράγματα που θα έπρεπε να υπερασπίζονται οι συνδικαλιστικές ενώσεις, μέχρι θανάτου.

Να μην μπορεί η εργοδοσία να τον ξεφτιλίζει, να τον συντρίβει ανά πάσα στιγμή και να τον αντικαθιστά -στην κυριολεξία!- με τον ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ, αφού κανένα θεσμικό πλαίσιο δεν της υπαγορεύει ποιος είναι ο επαγγελματίας δημοσιογράφος και ποια τα επαγγελματικά προσόντα που απαιτούνται για να ασκήσει κανείς αυτό το επάγγελμα!

Αν λοιπόν δεν τεθούν οι προϋποθέσεις κατοχύρωσης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος από τις συνδικαλιστικές ενώσεις, αν κάποιοι συνδικαλιστές εξακολουθούν να σκέπτονται με συντεχνιακό τρόπο τα μικροσυμφέροντά τους και δεν αντιληφθούν ότι οι καιροί άλλαξαν, τότε το μέλλον του επαγγελματία δημοσιογράφου θα είναι ακόμη χειρότερο.

Ο εξευτελισμός, οι απολύσεις, οι μισθοί της πείνας θα γίνουν -αν δεν έχουν ήδη γίνει- θεσμός, αλλά και οι θάνατοι από εγκεφαλικά και καρδιακά επεισόδια θα «χτυπάνε» όλο και περισσότερους, σε όλο πιο μικρότερες ηλικίες.

Ο θάνατος του δημοσιογράφου και της ενημέρωσης , οι οποίοι έτσι κι αλλιώς είναι σοβαρά τραυματισμένοι είναι δεδομένος.

Γι' αυτό πρώτα απ' όλα κατοχύρωση του επαγγέλματος εδώ και τώρα!

Αυτό θα πει αυτορρύθμιση.

ΥΓ) Μετά την κατοχύρωση θα είναι πολύ πιο εύκολο να οριστούν τα κάθε λογής ασυμβίβαστα και να ξεμπλέξει το κουβάρι της οποιασδήποτε διαπλοκής. Μέσα στις προτεραιότητες είναι βέβαια και η υποστήριξη των freelance δημοσιογράφων οι οποίοι είναι ουσιαστικά ισότιμοι συνάδελφοι αλλά αντιμετωπίζονται με ρατσιστική συμπεριφορά ως εργαζόμενοι Β' κατηγορίας.