Ακόμη και στην περίπτωση που ο Πάνος Καμμένος αποχωρώντας από την κυβέρνηση κατάφερνε να πείσει να τον ακολουθήσει ο απαραίτητος αριθμός βουλευτών των ΑΝΕΛ που δεν θα επέτρεπε την πλειοψηφία των 151 εδρών, ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, θα διέθετε εναλλακτικές λύσεις:

α) Να βρει άλλη στήριξη πλειοψηφίας από βουλευτές άλλων κομμάτων ή ανεξάρτητους,

β) Να συνεχίσει τη θητεία του με κυβέρνηση μειοψηφίας υπό την στήριξη ανοχής κάποιων βουλευτών που θα εγκρίνουν την παρούσα χρονική περίοδο τη συνέχιση του βίου της και δεν είναι υπέρ μιας πρότασης μομφής

Με δεδομένο ότι μόνο μια πρόταση μομφής που θα υπερψηφιστεί από 151 βουλευτές μπορεί να ρίξει την κυβέρνηση, κι ενώ κάτι τέτοιο δεν διαφαίνεται ότι υπάρχει αυτή τη στιγμή στη διάθεση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η επιβίωση της κυβέρνησης έχει ακόμη ένα μη ευκαταφρόνητο χρονικό περιθώριο.

Όμως, αν μετά την αποχώρηση Καμμένου, μετατραπεί σε κυβέρνηση μειοψηφίας που θα εξακολουθήσει να υπάρχει υπό την στήριξη ανοχής βουλευτών που δεν θα ψήφιζαν μια ενδεχόμενη πρόταση μομφής της Νέας Δημοκρατίας εναντίον της, τότε θα είναι μεν νόμιμη αλλά, - λόγω πολιτικής αξιοπρέπειας-, δεν μπορεί να διατηρηθεί για πολύ στην εξουσία και πρέπει να οδηγήσει εντός εύλογου χρόνου τη χώρα σε εκλογές.

Κυβέρνηση μειοψηφίας είχαμε τον Νοέμβριο του 1963 μετά την πρώτη νίκη της Ένωσης Κέντρου απέναντι στην ΕΡΕ υπό την ηγεσία του Γεωργίου Παπανδρέου, η οποία δεν εξασφάλισε απόλυτη πλειοψηφία εδρών (είχε 139 έδρες).

Τότε ο «Γέρος» κυβέρνησε υπό την ανοχή και τη στήριξη της ΕΔΑ που είχε 28 έδρες για δύο περίπου μήνες στους οποίους ψηφίστηκαν μάλιστα σημαντικά νομοσχέδια όπως η καθιέρωση της δωρεάν παιδείας, η ρύθμιση των χρεών των αγροτών, καθώς και η απόλυση σημαντικού αριθμού πολιτικών κρατουμένων από τις φυλακές.

Στη συνέχεια και ενώ είχε πάρει ψήφο εμπιστοσύνης μετά τα μέσα Δεκεμβρίου, ο Παπανδρέου που δεν ήθελε να στηρίζεται στις ψήφους της ΕΔΑ, παραιτήθηκε και προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 16 Φεβρουαρίου του 1964 οι οποίες έδωσαν στην Ένωση Κέντρου την  απόλυτη πλειοψηφία με εκλογικό θρίαμβο που άγγιξε σε ποσοστό το 53%.  

Εκείνη η κυβέρνηση ακολούθησε την πτώση του δεκαετούς κράτους της Δεξιάς που ήταν στην εξουσία από τον Νοέμβριο του 1952 υπό τον στρατάρχη Αλέξανδρο Παπάγο και έληξε τον Νοέμβριο του 1963 με την ήττα της ΕΡΕ και την αποχώρηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Εν κατακλείδι για ένα διάστημα μέχρι τον ερχόμενο Μάιο, οπότε θα γίνουν οι ευρωεκλογές και οι αυτοδιοικητικές εκλογές, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, διαθέτει τις προϋποθέσεις να επιβιώσει, αν το θελήσει ο πρωθυπουργός και δεν πέσει ύστερα από πρόταση μομφής.

Ακόμη και σε περίπτωση που αναγκαστεί να μετατραπεί σε κυβέρνηση μειοψηφίας υπό τον όρο της ανοχής και στήριξης κάποιων βουλευτών, έχει περιθώριο πολιτικής νομιμοποίησης τουλάχιστον τριών μηνών με βάση και το ιστορικό δεδομένο της Ένωσης Κέντρου το 1963.

Θα λέγαμε μάλιστα ότι η Ένωση Κέντρου δεν ήταν στην εξουσία τότε, αλλά σχημάτισε εξαρχής κυβέρνηση μειοψηφίας μετά τις εκλογές, υπό την στήριξη ανοχής της ΕΔΑ.

Αυτό είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από τη Δεξιά παράταξη ακόμη και εναντίον  του βασιλιά Παύλου, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι την είχε «νομιμοποιήσει» δίνοντας την εντολή σχηματισμού της στον Γεώργιο Παπανδρέου, λόγω αντιπάθειας προς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Το νέο έτος, που τυχαίνει να είναι και έτος εκλογών, μπήκε δυστυχώς με έντονα χαρακτηριστικά πολιτικής ηχορύπανσης.

Κυριάρχησε από τις πρώτες ημέρες το απύθμενο θράσος και η ανερυθρίαστη διασπορά πολιτικάντικης σπέκουλας και ψευδολογίας.

Αφορμή για τη συναυλία της πολιτικής ηχορύπανσης αποτέλεσε η εξέλιξη της υπόθεσης Novartis και ο αποκαλυφθείς στο ευρύ κοινό προστατευόμενος μάρτυρας καθηγητής στο πεδίο των υπηρεσιών υγείας, Νίκος Μανιαδάκης, ο οποίος προσπάθησε να δραπετεύσει από τη χώρα οικογενειακώς, όταν έμαθε ότι είχε μετατραπεί σε κατηγορούμενο παθητικής δωροδοκίας.

Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε έξαλλες κωμικοτραγικές αντιδράσεις καθώς κάποιοι οι οποίοι εμφανίζονται ως προστάτες της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, επιτέθηκαν απειλώντας εμμέσως πλην σαφώς τους λειτουργούς της, κάνοντας μάλιστα λόγο για Εσχάτη Προδοσία!

Οι συμπεριφορές αυτές για κάθε λογικό πολίτη, άσχετα με την κομματική του συμπάθεια, είναι ακατανόητες και προδίδουν μάλλον πανικό.  

Είναι εμφανές πλέον, ακόμη και στους ανυποψίαστους, ότι το πολιτικό σύστημα στη χώρα μας δεν είναι διαθέσιμο να «αλλάξει πίστα» και να προσαρμοστεί σε ένα πολιτισμένο πλαίσιο αντιπαράθεσης.

Δεν υπάρχει ο ελάχιστος σεβασμός μεταξύ των αντιπάλων που θα εξασφάλιζε ένα πολιτισμένο επίπεδο πολιτικής αντιπαράθεσης και ανταλλαγής επιχειρημάτων.

Ιδιαίτερα κάποιοι από το ante imperium πολιτικό προσωπικό, έχουν επιλέξει το εύκολο κέρδος της διέγερσης του θυμικού των ιθαγενών, την πολεμική αντεπίθεση και την ακραία πόλωση.  

Το ίδιο συμβαίνει και με τα περισσότερα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τα οποία συνεχίζουν ως βαποράκια και ιμάντας μετάδοσης της γραμμής της διαπλοκής και της καιροσκοπικής αλληλοεξυπηρέτησης με τις διαθέσιμες ορατές και αόρατες καθεστωτικές δυνάμεις.

Έρχεται τσουνάμι εκλογικής παραπληροφόρησης...

ΥΓ) Πρέπει να τονίσουμε ότι η Εσχάτη Προδοσία είναι ποινή που επιβάλλεται και αφορά κυρίως σε περιόδους πολέμου και ότι π.χ. ακόμη και στην περίπτωση του Νίκου Μπελογιάννη, χρειάστηκε να γίνουν δύο δίκες για να επιβληθεί και να εκτελεστεί η ποινή του θανάτου.

Στην πρώτη δίκη που δικάστηκε με τον νόμο 509/1947 με την κατηγορία της ανασυγκρότησης του ΚΚΕ δεν μπορούσαν να τον στείλουν στο εκτελεστικό απόσπασμα για Εσχάτη Προδοσία.

Δηλαδή, παρόλο που εργαζόταν για την ανασυγκρότηση του παράνομου ΚΚΕ και μάλιστα μόλις δύο χρόνια μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, αυτό δεν αποτελούσε Εσχάτη Προδοσία.

Έτσι, χρειάστηκε να γίνει και δεύτερη δίκη τον Φεβρουάριο του 1952 με τον Μεταξικό νόμο 375/1936  για Εσχάτη Προδοσία με τον οποίο τον καταδίκασαν ως κατάσκοπο, όταν ανακαλύφθηκαν οι ασύρματοι επικοινωνίας με την ηγεσία του ΚΚΕ στο εξωτερικό.

Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς πόσο κωμικοτραγικό είναι να μιλάνε σήμερα κάποιοι και μάλιστα εναντίον λειτουργών της Δικαιοσύνης για Εσχάτη Προδοσία, επειδή κατά την άποψή τους δεν τηρούν τη νομική διαδικασία που τους συμφέρει…    

ΥΓ2) Ο κατηγορούμενος, αμφιλεγόμενης συμπεριφοράς καθηγητής, Νίκος Μανιαδάκης, παρουσιάστηκε στην εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ με τη Σία Κοσιώνη ως άμεμπτος αθώα περιστερά, λέγοντας ότι έχει ελεγχθεί περισσότερο από κάθε Έλληνα πολίτη και δεν του βρήκαν καμία παρανομία.

Βέβαια, ξέχασε να πει, ούτε ρωτήθηκε από τη δημοσιογράφο, για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό που του βρήκαν οι αρχές και εξ’ αυτού αναγκάστηκε να πληρώσει μισό εκατομμύριο ευρώ για να μην οδηγηθεί στη φυλακή. Θράσος απύθμενο…  

Πρωτοποριακή απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έρχεται να θωρακίσει ακόμα περισσότερο την ελευθερία της δημοσιογραφικής έκφρασης, θέτοντας ακόμα στενότερα όρια στην εφαρμογή του αδικήματος της δυσφήμισης.

Την "δαμόκλεια σπάθη" -όπως την χαρακτηρίζει ψήφισμα Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης - "που κρέμεται πάνω από τους δημοσιογράφους" και πολλές φορές " χρησιμοποιείται λανθασμένα κατά τρόπο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως προσπάθεια από τις αρχές να σιωπήσουν την κριτική των μέσων ενημέρωσης".

Μάλιστα το ΕΔΔΑ επικαλείται εν προκειμένω και το εν λόγω ψήφισμα με το οποίο ζητούνταν τότε η κατάργηση του αδικήματος της δυσφήμισης καθώς "το σύνολο της κοινωνίας υποφέρει από τις συνέπειες όταν οι δημοσιογράφοι φιμώνονται μέσω πίεσης τέτοιου είδους" .

Τώρα, με την επίμαχη απόφαση –σταθμό, το ΕΔΔΑ έρχεται να επισημάνει ότι :

" Η επιβολή φυλάκισης σε περιπτώσεις δυσφήμησης θα είναι συμβατή με την ελευθερία της έκφρασης όπως εγγυάται από το Άρθρο 10 της Σύμβασης (περί ελευθερίας έκφρασης) μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όπου άλλα θεμελιώδη δικαιώματα έχουν υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως για παράδειγμα, στην περίπτωση ομιλίας μίσους ή πρόκλησης σε βία '.

Η απόφαση με το σπουδαίο σκεπτικό εκδόθηκε με αφορμή την προσφυγή ενός πολίτη, που έγινε δεκτή από το ΕΔΔΑ το οποίο δέχτηκε ότι η τελεσίδικη καταδίκη του από τα ελληνικά δικαστήρια για άρθρο που αφορούσε "στα έργα και τις ημέρες" τοπικού παράγοντα συνιστούσε παραβίαση του δικαιώματος του στην ελευθερία της έκφρασης.

Το άρθρο για το οποίο ο προσφεύγων ταλαιπωρούνταν επί χρόνια στις δικαστικές αίθουσες της χώρας μας είχε γραφτεί το 2007 σε τοπική εφημερίδα και είχε τίτλο «Η φαιδρότητα της εξουσίας» .Σε αυτό, χωρίς να την κατονομάζει, ασκούσε κριτική σε τοπική σύμβουλο, γιατί είχε παρανόμως φυτέψει δέντρα και κατασκευάσει πεζοδρόμιο μπροστά από το σπίτι της. Τα ελληνικά δικαστήρια αν και δέχτηκαν ότι τα γεγονότα που ανέφερε ο συντάκτης του άρθρου ήταν αληθή εντούτοις τον καταδίκασαν τελεσίδικα σε ποινή φυλάκισης δύο μηνών με αναστολή για εξύβριση της μηνύτριας του κρίνοντας ότι κάποιες από τις φράσεις που είχε χρησιμοποιήσει δεν ήταν απαραίτητες για την επίτευξη του σκοπού του. Μάλιστα η τοπική παράγοντας που είχε αναγνωρίσει στο δημοσίευμα τον εαυτό της και ζητούσε την καταδίκη του για συκοφαντική δυσφήμιση δια του Τύπου προσέφυγε και στα αστικά δικαστήρια, όπου και κέρδισε και αποζημίωση ύψους περίπου 4.500 ευρώ.

Σε όλα τα δικαστήρια ο προσφεύγων υποστήριζε ότι η πράξη του δεν ήταν άδικη, καθώς ότι είχε γράψει ήταν αληθές και το είχε γράψει με έννομο συμφέρον για την υπόθεση.

Μετά την καταδίκη του από την χώρα μας, ο ενεργός πολίτης προσέφυγε στο ΕΔΔΑ από το οποίο και δικαιώθηκε καθώς η Ελλάδα καταδικάστηκε να τον αποζημιώσει με περίπου 12.500 ευρώ, για παραβίαση στην περίπτωση του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου - Ελευθερία έκφρασης

ΤΟ ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Αναπτύσσοντας το σκεπτικό του το ΕΔΔΑ επικαλείται :

*Το ψήφισμα (1577) που υιοθέτησε στις 4 Οκτωβρίου 2007 η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης «Περί αποποινικοποίησης της δυσφήμισης».

Τα σχετικά αποσπάσματα έχουν ως εξής:

* «.. Νόμοι κατά της δυσφήμισης επιδιώκουν τον έννομο στόχο προστασίας της υπόληψης και των δικαιωμάτων των άλλων. Η Συνέλευση παρόλα αυτά ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τους νόμους αυτούς με την μέγιστη αυτοσυγκράτηση καθώς μπορούν να παραβιάσουν σοβαρά την ελευθερία της έκφρασης. Για το λόγο αυτό, η Συνέλευση επιμένει να υπάρξουν διαδικαστικά μέτρα προστασίας που να παρέχουν την δυνατότητα σε κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για δυσφήμιση να τεκμηριώνει τις δηλώσεις του προκειμένου να απαλλαχθεί από πιθανή ποινική ευθύνη.

* Επιπρόσθετα, δηλώσεις ή ισχυρισμοί που γίνονται προς δημόσιο συμφέρον, ακόμα και εάν αποδειχθούν ανακριβείς, δεν πρέπει να τιμωρούνται υπό την προϋπόθεση ότι έγιναν χωρίς να γνωρίζει κανείς για την ανακρίβειά τους, χωρίς πρόθεση να προκληθεί βλάβη και η ειλικρίνεια τους είχε ελεγχθεί με την δέουσα επιμέλεια.

*Η Συνέλευση αποδοκιμάζει το γεγονός ότι σε έναν αριθμό κρατών μελών η δίωξη για δυσφήμιση χρησιμοποιείται λανθασμένα κατά τρόπο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως προσπάθεια από τις αρχές να σιωπήσουν την κριτική των μέσων ενημέρωσης. Η κατάχρηση αυτή – που οδηγεί σε μια γνήσια αυτό-λογοκρισία των μέσων ενημέρωσης και προκαλεί προοδευτική συρρίκνωση του δημοκρατικού διαλόγου και της κυκλοφορίας της γενικής πληροφορίας – έχει καταγγελθεί από την κοινωνία των πολιτών, ιδιαίτερα στην Αλβανία, το Αζερμπαϊτζάν και την Ρωσική Ομοσπονδία.

* Κάθε περίπτωση φυλάκισης επαγγελματία των μέσων ενημέρωσης είναι απαράδεκτο εμπόδιο στην ελευθερία της έκφρασης και συνεπάγεται ότι, παρά το γεγονός ότι το έργο τους είναι προς το δημόσιο συμφέρον, οι δημοσιογράφοι έχουν μία Δαμόκλειο σπάθη να κρέμεται από πάνω τους. Το σύνολο της κοινωνίας υποφέρει από τις συνέπειες όταν οι δημοσιογράφοι φιμώνονται μέσω πίεσης τέτοιου είδους.

* Η Συνέλευση επομένως έχει την άποψη ότι οι ποινές φυλάκισης για δυσφήμηση πρέπει να καταργηθούν χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση.

Συγκεκριμένα, προτρέπει κράτη οι νόμοι των οποίων ακόμα προβλέπουν ποινές φυλάκισης – παρόλο που οι ποινές φυλάκισης δεν επιβάλλονται στην πραγματικότητα – να τις καταργήσουν χωρίς καθυστέρηση ώστε να μην δίνεται καμία δικαιολογία, όσο αδικαιολόγητη και να είναι, στις χώρες εκείνες που συνεχίζουν να τις επιβάλλουν, προκαλώντας κατά τον τρόπο αυτό μία φθορά των θεμελιωδών ελευθεριών.

* Η Συνέλευση ομοίως - αναφέρεται στο εν λόγω ψήφισμα- καταδικάζει την καταχρηστική προσφυγή σε παράλογα μεγάλες αποζημιώσεις για βλάβες και συμφέρον σε υποθέσεις δυσφήμησης και επισημαίνει ότι μία αποζημίωση δυσανάλογου ποσού μπορεί επίσης να αντικρούσει το Άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου...

* Η Συνέλευση αναλόγως καλεί τα κράτη μέλη να: καταργήσουν τις ποινές φυλάκισης για δυσφήμησης χωρίς καθυστέρηση·

* Να εγγυηθούν ότι δεν υφίσταται κατάχρηση των ποινικών διώξεων για δυσφήμηση και να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία των εισαγγελέων σε ανάλογες περιπτώσεις·

*Να προσδιορίσουν την έννοια της δυσφήμησης με περισσότερο ακρίβεια στην νομοθεσία τους ώστε να αποφύγουν αυθαίρετη εφαρμογή του νόμου και να διασφαλίσουν ότι το αστικό δίκαιο παρέχει αποτελεσματική προστασία της αξιοπρέπειας των ατόμων που επηρεάζονται από την δυσφήμηση·

* Να καταστήσουν μόνο την βία, τον λόγο μίσους και την προώθηση του αρνητισμού αξιόποινα και να τιμωρούνται με φυλάκιση·

* Να αφαιρέσουν από τη νομοθεσία τους περί δυσφήμησης, κάθε αυξημένη προστασία των δημοσίων προσώπων σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου και ιδιαίτερα καλεί:

* Να εξασφαλίσουν ότι σύμφωνα με τη νομοθεσία τους, άτομα που καταδιώκονται για δυσφήμηση έχουν κατάλληλα μέσα για την υπεράσπισή τους, ιδιαίτερα μέσα που βασίζονται στην απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών τους και στο γενικό συμφέρον, και καλεί ιδιαίτερα την Γαλλία να τροποποιήσει ή να ανακαλέσει το Άρθρο 35 του νόμου της με ημερομηνία 29 Ιουλίου 1881 που προβλέπει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις που αποτρέπουν τον κατηγορούμενο να αποδείξει την αλήθεια της φερόμενης δυσφήμησης ·

*Να καθορίσουν εύλογες και ανάλογες μέγιστες αποζημιώσεις για βλάβες και συμφέρον σε υποθέσεις δυσφήμησης ώστε η βιωσιμότητα ενός οργάνου μέσου ενημέρωσης που είναι εναγόμενο να μην τίθεται σε κίνδυνο·

* Να. παρέχουν κατάλληλες νομικές εγγυήσεις έναντι αποζημιώσεων για βλάβες και συμφέρον που είναι δυσανάλογα προς την πραγματική βλάβη·»

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

Στο σκεπτικό του το ΕΔΔΑ αναφέρει, μεταξύ άλλων ότι :

* Ο τρόπος με τον οποίο ένας τοπικός αξιωματούχος φέρνει εις πέρας τα επίσημα καθήκοντα και θέματά του ή της που θίγουν την προσωπική ακεραιότητά του ή της, είναι ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος για την κοινότητα .

* Πρέπει περαιτέρω να παρατηρηθεί ότι η Ε.Π. ( η τοπική παράγων) ήταν εκλεγμένη τοπική αξιωματούχος η οποία αναπόφευκτα και εν γνώσει της υπέβαλε τον εαυτό της σε στενό εξονυχιστικό έλεγχο κάθε της λέξης και πράξης τόσο από τους δημοσιογράφους όσο και από το ευρύ κοινό και έπρεπε συνεπώς να επιδείξει έναν μεγαλύτερο βαθμό ανεκτικότητας

* Ένας πολιτικός σίγουρα δικαιούται να προστατεύει την υπόληψή του ή της, ακόμα και όταν εκείνος ή εκείνη δεν ενεργεί ιδιωτικά, αλλά σε ανάλογες περιπτώσεις οι προϋποθέσεις της προστασίας αυτής πρέπει να σταθμίζονται απέναντι στα συμφέροντα της ανοικτής συζήτησης πολιτικών θεμάτων

* Το Δικαστήριο αποδέχεται πως η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε από τον προσφεύγοντα θα μπορούσε να θεωρηθεί προκλητική· ωστόσο, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Κυβέρνησης και τα συμπεράσματα των εθνικών δικαστηρίων, δεν βλέπει καμία προφανώς υβριστική γλώσσα στα σχόλια. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι, ενώ κάθε άτομο που συμμετέχει σε δημόσιο διάλογο γενικού ενδιαφέροντος – δεν πρέπει να υπερβαίνει ορισμένα όρια, ιδιαίτερα αναφορικά με τον σεβασμό για την υπόληψη και τα δικαιώματα των άλλων, επιτρέπεται ένας βαθμός υπερβολής, ή ακόμα και πρόκλησης· με άλλα λόγια, ένας βαθμός υπερβολής επιτρέπεται

*Το Δικαστήριο κρίνει ότι ούτε η αμφισβητούμενη δήλωση ούτε το άρθρο αν το δει κανείς ως σύνολο, δεν μπορεί να γίνει κατανοητό ότι είναι μία ανώφελη προσωπική επίθεση, ή προσβολή στην Ε.Π., λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι, ο προσφεύγων υποστήριξε τις δηλώσεις του με σαφές πραγματικό υπόβαθρο.

* Οι στροφές της φράσης που χρησιμοποιήθηκαν μπορεί να φαίνονται σαρκαστικές, ωστόσο παραμένουν εντός του αποδεκτού βαθμού στιλιστικής υπερβολής που χρησιμοποιήθηκε για να εκφράσει την υποκειμενική κρίση του προσφεύγοντα αναφορικά με τις δημόσιες δραστηριότητες της Ε.Π. και ως εκ τούτου δεν επιδέχονται αποδείξεων.

* Τέλος, η φύση και η σοβαρότητα της ποινής που επιβλήθηκε είναι παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν κατά την εκτίμηση της αναλογικότητας της παρέμβασης

* Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι ενώ η χρήση των κυρώσεων ποινικού δικαίου σε υποθέσεις δυσφήμησης δεν είναι από μόνη της δυσανάλογη μία ποινική καταδίκη είναι σοβαρή κύρωση, αναφορικά με την ύπαρξη άλλων μέσω παρέμβασης και αντίκρουσης, ιδιαιτέρως μέσω αστικών ενδίκων μέσων

* Το Δικαστήριο έχει τονίσει σε αρκετές περιπτώσεις ότι η επιβολή μιας ποινής φυλάκισης σε περιπτώσεις δυσφήμησης θα είναι συμβατή με την ελευθερία της έκφρασης όπως εγγυάται από το Άρθρο 10 της Σύμβασης μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όπου άλλα θεμελιώδη δικαιώματα έχουν υποστεί σοβαρή βλάβη, όπως για παράδειγμα, στην περίπτωση ομιλίας μίσους ή πρόκλησης σε βία (δείτε, mutatis mutandis, Cumpana και Mazare εναντίον Ρουμανίας [Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως], αρ. 33348/96, § 115, ΕΔΔΑ 2004- ΧΙ, και Μίκα, αναφέρθηκε ανωτέρω, § 33). *

*Θεωρεί ότι οι συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης – ένα κλασικό παράδειγμα κριτικής τοπικά εκλεγμένου πολιτικού στο πλαίσιο διαλόγου γύρω από ένα ζήτημα δημοσίου συμφέροντος στην κοινότητα – δεν παρουσίασαν καμία αιτιολόγηση για την επιβολή ποινής φυλάκισης. Μια ανάλογη κύρωση, από την ίδια την φύση της, αναπόφευκτα θα είχε ένα τρομακτικό αποτέλεσμα στη δημόσια συζήτηση και η εντύπωση ότι η ποινή του προσφεύγοντα όντως ανεστάλη δεν αλλάζει το συμπέρασμα αυτό ιδιαίτερα καθώς η ίδια η καταδίκη δεν διαγράφηκε (δείτε Marchenko εναντίον Ουκρανίας, αρ. 4063/04, § 52, 19 Φεβρουαρίου 2009 και Malisiewicz-Gasior εναντίον Πολωνίας, αρ. 43797/97, § 67, 6 Απριλίου 2006).

(γ) Συμπέρασμα

*Το Δικαστήριο κρίνει ότι τα πρότυπα που εφαρμόστηκαν από τα Ελληνικά δικαστήρια δεν ήταν πλήρως συμβατά με τις αρχές που περιλαμβάνονται στο Άρθρο 10 και ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν παρέθεσαν «σχετικούς και επαρκείς» λόγους για να παρουσιάσουν ότι η παρέμβαση για την οποία έγινε η καταγγελία ήταν απαραίτητη σε μία δημοκρατική κοινωνία για την προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων των άλλων. Έχοντας στο μυαλό ότι υπάρχει μικρό πεδίο σύμφωνα με το Άρθρο 10 § 2 της Σύμβασης για περιορισμούς σε διαλόγους γύρω από ερωτήματα δημοσίου συμφέροντος, το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρέμβαση ήταν δυσανάλογη του στόχου που επιδιώχθηκε και δεν ήταν επομένως «απαραίτητη σε μία δημοκρατική κοινωνία Υπήρξε συνεπώς παράβαση του Άρθρου 10 της Σύμβασης".

Πηγή: Documentonews.gr (ρεπορτάζ Κατερίνα Κατή)

Η ΔΗΜΟΣIΕΥΣΗ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ!

ΚΑΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ ΤΟ ΟΞΥΓΟΝΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣIΕΥΣΗΣ!