A+ A A-

Μια διαφορετική άποψη για τον ημιτελικό αγώνα κυπέλλου Παναθηναϊκός – Ολυμπιακός που διεξήχθη στις 17 Ιουνίου 1964 και δεν ανέδειξε νικητή επειδή διεκόπη στην παράταση λόγω σοβαρών επεισοδίων, καταθέτει ο μετρ του νεοελληνικού ιστορικού μυθιστορήματος Θανάσης Σκρουμπέλος. Ο Τάκης, ένας εκ των ηρώων του μυθιστορήματος «Μπλε καστόρινα παπούτσια», μέσα από το οποίο παρελαύνουν όλα τα πολιτικά γεγονότα του 1963-1964, από τις εκλογές του Νοεμβρίου 1963, τους φοιτητικούς αγώνες, τη δολιοφθορά του Παπαδόπουλου με τη ζάχαρη στα τανκς, έως τα αιματηρά γεγονότα στον Γοργοπόταμο κατά τη διάρκεια του εορτασμού της επετείου της ανατίναξης της γέφυρας στην Κατοχή, ζει από κοντά τα επεισόδια στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας και φωτογραφίζει τους πραγματικούς πρωταγωνιστές τους.

Το ρεπορτάζ της εποχής αλλά και των επόμενων δεκαετιών, ήθελε τα επεισόδια να έχουν την αιτία τους στο γεγονός ότι τα δύο σωματεία είχαν συμφωνήσει να τελειώσει το παιχνίδι ισόπαλο, ώστε να παίξουν επαναληπτικό αγώνα όπως όριζε τότε ο κανονισμός κυπέλλου, προκειμένου να αποκομίσουν διπλάσιες εισπράξεις. Τα εισιτήρια ήταν η μοναδική πηγή εσόδων για το ποδόσφαιρο της εποχής. Πενήντα χρόνια μετά, δεν έχει προκύψει κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο. Οι άσοι της εποχής – χωρίς τη συμμετοχή των οποίων δεν θα μπορούσε να στηθεί κανένας αγώνας, ορκίζονται ότι το παιχνίδι ήταν πεντακάθαρο και πασχίζουν, όποτε τους δίνεται η ευκαιρία, να διώξουν τη ρετσινιά από πάνω τους.

Το ρεπορτάζ της εποχής
Ήταν Τετάρτη 17 Ιουνίου 1964, ένα καλοκαιριάτικο απομεσήμερο στην Αθήνα με αποπνικτική ζέστη, όταν οι δύο αιώνιοι αντίπαλοι τέθηκαν αντιμέτωποι στον ημιτελικό του Κυπέλλου Ελλάδας στο κατάμεστο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ο νικητής της συνάντησης θα αντιμετώπιζε στον τελικό την ΑΕΚ, η οποία νωρίτερα είχε αποκλείσει τον Πιερικό με 3-1.

Όλα κύλησαν ομαλά στην κανονική διάρκεια του αγώνα, που έληξε ισόπαλος με 1-1. Ο Ολυμπιακός προηγήθηκε στο 16ο λεπτό με τον Νεοφώτιστο και ο Παναθηναϊκός ισοφάρισε στο 36ο με τον Δομάζο. Το παιχνίδι ήταν δυνατό, σκληρό και συναρπαστικό, όπως αρμόζει σ’ ένα ντέρμπι . Οι δύο αιώνιοι αντίπαλοι οδηγήθηκαν σε ημίωρη παράταση. Η ζέστη πρέπει να είχε επιδράσει αρνητικά στους 22 ποδοσφαιριστές (αλλαγές τότε δεν επιτρέπονταν), που παρέπαιαν μέσα στο γήπεδο. Οι ευκαιρίες που χάθηκαν στο τέλος από τους Δομάζο και Παπάζογλου ήταν παιδαριώδεις.

Οι φίλαθλοι και των δύο ομάδων θεώρησαν «σικέ» τον αγώνα για να επαναληφθεί και άρχισαν να φωνάζουν: «Πουλημένοι», «Θα μπούμε μέσα», «Θα γίνει Περού». (Λίγες μέρες πριν, κατά τη διάρκεια του αγώνα Περού – Αργεντινής ξέσπασαν επεισόδια όταν ο διαιτητής ακύρωσε γκολ των γηπεδούχων, με αποτέλεσμα να βρουν το θάνατο 318 φίλαθλοι).

 

Το σύνθημα «θα μπούμε μέσα» ξανακούστηκε πέντε λεπτά πριν από τη λήξη της παράτασης. Το πλήθος όρμησε στον αγωνιστικό χώρο και τα έκανε «Γης Μαδιάμ». Κατέστρεφε και πυρπολούσε ό,τι έβρισκε μπροστά του: διαφημιστικές πινακίδες, γκολπόστ, δίχτυα, μικροφωνικές εγκαταστάσεις, θέσεις των επισήμων, το ιατρείο του γηπέδου και τα αποδυτήρια. Παίκτες, διαιτητές και παράγοντες εξαφανίσθηκαν και ο αγώνας διακόπηκε.

Οι 1500 αστυφύλακες που ήταν επιφορτισμένοι με την τήρηση της τάξης, είχαν μαζευτεί μπροστά από τη θύρα των επισήμων και άρχισαν να χειροκροτούν το οργισμένο πλήθος που έσπαγε τα κιγκλιδώματα , με διαταγή του αστυνομικού διευθυντή Γεωργίου Κανελλάκη, προκειμένου – όπως ειπώθηκε, να συμβάλουν στην εκτόνωση της κατάστασης.

Οι ζημιές που προκλήθηκαν στο γήπεδο ξεπέρασαν το 1.000.000 δραχμές. Οι παίκτες κινδύνευσαν καθώς πυρπολήθηκαν ακόμη και τα αποδυτήρια. «Ηθελα να ήξερα που βρήκαν τα λαδωμένα στουπιά και τα πετούσαν από μία τρύπα στα καζάνια με το πετρέλαιο που χρησιμοποιούνταν για τη θέρμανση του νερού» δήλωσε αργότερα ο άσος του Παναθηναϊκού Ανδρέας Παπαεμμανουήλ.

Ο κυρ Τάκης και ο Ταραμάς

Ο Θανάσης Σκουρμπέλος στο βιβλίο του «Μπλε καστόρινα παπούτσια » υποστηρίζει ότι τα επεισόδια δεν ήταν αυθόρμητα. Ναι μεν η πλειοψηφία των οπαδών από άγνοια ή από φανατισμό εισέβαλε στον αγωνιστικό χώρο, ωστόσο το επιθετικό κλίμα στην εξέδρα καλλιέργησαν ακροδεξιά στοιχεία, τα οποία στη συνέχεια είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στους εμπρησμούς εντός του αγωνιστικού χώρου. Ο Τάκης του μυθιστορήματος και πρόσωπο υπαρκτό, ζει από κοντά τους πρωταγωνιστές των επεισοδίων. Ηταν μία ομάδα δέκα ανθρώπων, «όλοι κοντοκουρεμένοι και καθαροί… χωρίς το πάθος του οπαδού», οι οποίοι συνδέονταν με την παρακρατική οργάνωση «Κόκκινη Προβιά» και συμμετείχαν σε όλα τα αιματηρά επεισόδια που οργάνωσε εκείνη την εποχή το παρακράτος. Αρχηγός τους ήταν ο «κυρ Τάκης» ένας άνδρας με «τα δύο δάχτυλα, αντίχειρας και δείκτης του δεξιού του χεριού που μοιάζαν σαν δαγκάνες κάβουρα» και υπαρχηγός τους ο Ταραμάς, πρώην μπράβος και γνωστός στον Τάκη από τη γειτονιά.

Ο Ταραμάς στρατολόγησε τον Τάκη στην οργάνωση, στην οποία έμαθε για την καθαρότητα της φυλής αλλά και ότι: «η πατρίδα διοικείται από τους ανάξιους. Είναι διαβρωμένη από τους προσκυνημένους. Δεν υπάρχει τάξη, ούτε ιεραχρία, ούτε σεβασμός στην ιεραρχία, γι αυτό υπάρχει χάος, έκπτωση και σήψη».

Του Αγίου Υακύνθου ο Ταραμάς κάλεσε τον Τάκη να δώσει το παρών στην Πλατεία Κλαυθμώνος όπου θα μιλούσε ο υποψήφιος δήμαρχος Πλυτάς. Στην πλατεία κυριαρχούσε το σύνθημα «θάνατος στον Παπατζή (Παπανδρέου) που θέλει να διαλύσει την Κύπρο». Στο τέλος της εκδήλωσης ένας από την παρέα έριξε το σύνθημα «κάτω οι σάπιοι, στη βουλή να τους τα πούμε, θάνατος στους εθνοπροδότες». Στον Τάκη και τους άλλους μοιράστηκαν λοστάρια και αφού έσπασαν τον κλοιό της αστυνομίας ανέβηκαν την Βουκουρεστίου «σπάζοντας και τσακίζοντας ότι έβρισκαν μπροστά τους , βιτρίνες, αυτοκίνητα, ανθρώπους».



Το παρακράτος προετοίμαζε το πραξικόπημα

Πέντε μήνες νωρίτερα από τα γεγονότα του γηπέδου της Λεωφόρου, η «Ενωση Κέντρου» είχε σχηματίσει κυβέρνηση. Στις εκλογές που προηγήθηκαν στις 16 Φεβρουαρίου 1964, έλαβε 52,72% και εξέλεγξε 171 βουλευτές. Η ΕΡΕ με αρχηγό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο κινδυνολογούσε κατά την προεκλογική περίοδο,  υποστηρίζοντας ότι με την Ενωση Κέντρου θα καταρρεύσει η δραχμή. «Μετά τόσον αίμα του ελληνικού λαού κατά τον συμμοριτοπόλεμον, αι εαμικαί ορδαί αναδιωργανώθησαν, περιφέρονται και τρομοκρατούν την ύπαιθρον υπό την αιγίδα του κόμματος του κ. Παπανδρέου» είχε πει ο Κανελλόπουλος σε μία από τις προεκλογικές ομιλίες του.

Ένα χρόνο νωρίτερα, στις 22 Μαίου 1963 το παρακράτος είχε δολοφονήσει στη Θεσσαλονίκη τον βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη. Το 1965 ο συνταγματάρχης Γεώργιος Παπαδόπουλος οργάνωσε το σαμποτάζ σε μονάδα του Εβρου κατηγορώντας την αριστερά. Το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967, προετοιμάζονταν. Στο μεταξύ οι Αμερικανοί πίεζαν για ελληνικές υποχωρήσεις στην Κύπρο. Τον Ιούνιο του 1964, ο Γεώργιος Παπανδρέου βρέθηκε στην Ουάσιγκτον, προσκεκλημένος του προέδρου Τζόνσον. Άντεξε στις πιέσεις, σε σημείο που οι «Τάιμς» της Νέας Υόρκης έγραψαν ότι «ο Τζόνσον ηττήθηκε από τον Γ. Παπανδρέου». Σύμφωνα με τον ελληνικό Τύπο, ο Έλληνας πρωθυπουργός σε στενό συνεργάτη του είπε: «Δε θα μου το συγχωρήσει. Θα το πληρώσω ». Αποκαλυπτικό έγγραφο που είδε το φως της δημοσιότητας πολλά χρόνια αργότερα, καταγράφει τις πιέσεις των Αμερικανών για ένωση της Ελλάδας με την Κύπρο με αντάλλαγμα την παραχώρηση του Καστελόριζου στην Τουρκία. Στην παρατήρηση του Ελληνα πρέσβη στην Ουάσινγκτον  Μάτσα, ότι «το Σύνταγμα δεν επέτρεπε σε καμία βουλή, την παραχώρηση ελληνικού εδάφους σε άλλο έθνος» ο Τζόνσον του απάντησε: «Γαμώ τη Βουλή σας και το Σύνταγμά σας. Η Αμερική είναι ελέφαντας. Η Κύπρος είναι ψύλλος. Η Ελλάδα είναι ψύλλος. Αν αυτοί οι δύο ψύλλοι μας φέρνουν φαγούρα θα τους ρουφήξουμε με την προβοσκίδα μας. Σας πληρώνουμε με πολλά δολάρια κύριε πρέσβη. Αν ο πρωθυπουργός σας μου μιλήσει για δημοκρατία, Βουλή και Σύνταγμα, τότε εκείνος, η Βουλή του και το Σύνταγμά του μπορεί να μην κρατήσουν και πολύ». Στις 29 Νοεμβρίου 1964 δολοφονική έκρηξη στο Γοργοπόταμο, κατά τον εορτασμό της επετείου για την ανατίναξη της γέφυρας το 1942, είχε ως αποτέλσμα 13 νεκρούς και 50 τραυματίες.

Μέσα σε αυτό το πολιτικό κλίμα διεξήχθη ο ημιτελικός κυπέλλου Παναθηναϊκός – Ολυμπιακός τον Ιούνιο του 1964. Το παρακράτος είχε λόγο να δείξει ότι η Κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου ήταν… επικίνδυνη. Το παιχνίδι προφανώς και ήταν στημένο, αλλά όχι για οικονομικούς λόγους. Το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 δεν προετοιμάστηκε σε μία μέρα. Το φοβερό της υπόθεσης είναι ότι εκείνοι που θα έσωναν την Ελλάδα από τους «εθνοπροδότες», στο τέλος πρόδοσαν την Κύπρο, ολοκληρώνοντας με τον πλέον καταστροφικό τρόπο το έργο που ξεκίνησαν το 1964 και από τις εξέδρες του γηπέδου της Λεωφόρου Αλεξάνδρας.

Το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα μεταφέρεται στις νέες γενιές η άποψη ότι το παιχνίδι Παναθηναϊκός – Ολυμπιακός ήταν στημένο για το διπλασιασμό των εισπράξεων, έχει να κάνει με την τραγωδία της ελληνικής αθλητικής και όχι μόνο, δημοσιογραφίας , αλλά και στα λαγωνικά του Τύπου και του Καφενείου, που παντού και πάντα οσφρίζονται στημένα παιχνίδια και ιστορίες για αγρίους.

Απόσπασμα από το ιστορικό μυθιστόρημα του Θανάση Σκρουμπέλου «Μπλε καστόρινα παπούτσια» (σελ. 243-248)

«Τετάρτη απόγευμα ήταν, και ενώ όλοι περίμεναν ένα γερό παιχνίδι στο τερέν, στις κερκίδες, από τα πρώτα λεπτά ήταν διάχυτη η εντύπωση ότι ο αγώνας ήταν στημένος. Το παιχνίδι ήταν σούπα. Μετά το δεύτερο ημίχρονο άρχισαν να κούγονται που και που μπινελίκια – «ουουου, πουλημένοι» από τους οπαδούς και των δύο ομάδων. Ο Τάκης καθόταν στο κέντρο της κερκίδας, με πλάτη τους Αμπελόκηπους, κοντά στη θύρα των φανατικών. Λίγο πιο κάτω από κει που καθόταν, είδε τον Ταραμά, πρώην μπράβο που παλιότερα δούλευε και για τον κυρ Χρήστο στις εισπράξεις από απλήρωτα γραμμάτια. Δεν ήταν μόνος ο Ταραμάς, ήταν με παρέα. Καμιά δεκαριά που ξεχώριζαν από τους υπόλοιπους θεατές, γιατί ήταν όλοι κοντοκουρεμένοι και καθαροί και γιατί δεν είχαν το πάθος του οπαδού. Δεν τους σήκωναν στο πόδι ούτε το φαλτσοσφύριγμα του διαιτητή, ούτε οι σικέ φάσεις. Κοιτούσαν τον αγώνα σαν να παρακολουθούσαν ανούσιο σινεμά, χωρίς να συμμετέχουν, σαν να ήταν σε διατεταγμένη υπηρεσία.

Στη μέση της παρέας καθόταν ένας μεγαλύτερός τους άνδρας που τράβηξε την προσοχή του Τάκη, μια και τα δυο του δάχτυλα, αντίχειρας και δείκτης του δεξιού του χεριού, μοιάζαν σαν δαγκάνες κάβουρα. Κοντά στο 80΄ όταν οι αποδοκιμασίες άρχισαν να πυκνώνουν, ο άνδρας με τα αγκυλωμένα δάχτυλα σηκώθηκε και φώναξε: «Αίσχος, θα γίνει Περού. Θα κάνουμε ντου. Κάτω οι κόκκινοι». Οι φωνές τους παρέσυραν την εξέδρα ολόκληρη, μαζί και τον Τάκη, και μόλις είδε την ομάδα του Ταραμά να πηδάει μια μια τις κερκίδες για να μπουκάρει στο τερέν, χωρίς να το πολυσκεφτεί ακολούθησε και αυτός. Το ίδιο κάναν και οι φανατικοί που ήταν λίγο πιο κάτω. Σηκώθηκαν και με βρισιές και αλαλαγμούς – «πουλημένοι, θα πεθάνετε» όρμησαν και αυτοί προς τον αγωνιστικό χώρο. Ο διαιτητής, μόλις είδε μια ολόκληρη εξέδρα να κατεβαίνει σαν βρόμικη χιονοστιβάδα εναντίον τους, σφύριξε τρεις φορές, έληξε τον αγώνα και με τους απίκτες το έβαλε στα πόδια και χώθηκε στην καταπακτή. Σε λίγο ο αγωνιστικός χώροις είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης. Σπάσαν τα γκολπόστ, ξέσκισαν τα δίχτυα, και μετά όρμησαν προς το κυλικείο και τα γραφεία της διοίκησης. Σαν λυσσασμένοι θρυμμάτισαν τα τζάμια του ψυγείου, ρίξαν πατατάκια και αναψυκτικά, το σήκωσαν στα χέρια και με αυτό πολιορκητικό κριό γκρέμισαν τις πόρτες των γραφείων του γηπέδου της Λεωφόρου και βγάλαν τα έπιπλα έξω και άρχισαν να τα καίνε.

Μες στο χαμό ο Τάκης έγινε ένα με την ομάδα όπου ήταν ο Ταραμάς. Και ήταν αυτοί που ύστερα από υπόδειξη του άνδρα με τα αγκυλωμένα δάχτυλα οδήγησαν τους άλλους προς τα γραφεία. Και ήταν αυτοί που έβαλαν την πρώτη φωτιά. Μόλις άρχισε να καίγεται το πρώτο έπιπλο, ο άνδρας τους έκανε νόημα και χώθηκαν χωρίς να τους δουν οι άλλοι στο διάδρομο για τις αίθουσες των αθλημάτων της ενόργανης. Τη δουλειά την είχαν κάνει. Μαζί τους και ο Τάκης. Από κει βγήκαν στο κολυμβητήριο και μετά στις σκάλες προς την έξοδο. Όταν βγήκαν στον παράδρομο, τους περίμενε ένα φορτηγό που έγραφε στον μουσαμά του «Μεταφοραί ο Ατλας». Χώθηκαν στα γρήγορα στην καρότσα του, κλείσαν τον μουσαμά και το φορτηγό ξεκίνησε. Χώθηκε προς την Αρματωλών και Κλεφτών, ενώ πίσω του ακούγονταν οι σειρήνες των περιπολικών που φτάναν, και μέσα από το γήπεδο της Λεωφόρου υψώνονταν οι καπνοί από τις φωτιές. Από εκείνο το απόγευμα ο Τάκης με τον Ταραμά γίναν κολλητοί….

Ο Ταραμάς τον άφησε να μιλάει. Τον άκουγε προσεχτικά και του ΄δινε δίκιο σε ό,τι και αν του έλεγε ο Τάκης. «Ναι, έχεις δίκιο, αυτοί που ήταν κάποτε δικοί μας και τους είχαμε εικόνισμα, τους έχει χαλάσει τώρα ο πλούτος. Ολοι οι πλούσιοι είναι διεφθαρμένοι. Παπατζήδες και Καραμανλικοί. Ελα αύριο μαζί μου να σου γνωρίσω και άλλους ανθρώπους σαν και μας. Εντάξει, εμείς γεννηθήκαμε μες τον βούρκο, αυτό όμως δεν δίνει σε κανέναν το δικαίωμα να μας κουλαντρίζει και να μας εκμεταλλεύεται. Πρέπει να βγούμε από τον βούρκο, Τάκη. Να κάνουμε ό,τι κάνουμε για έναν ανώτερο σκοπό. Ελα μαζί μας, σε μας ανήκεις». «Και λεφτά;» ρώτησε ο Τάκης. «Και λεφτά και αξία θα αποκτήσεις. Ελα και θα δεις».

Με αυτές τις διαβεβαιώσεις ο Τάκης ακολούθησε τον Ταραμά και έδωσε το παρών μαζί του στην επόμενη σύναξη της ομάδας. Το στέκι τους ήταν σε ένα υπόγειο μαγειρείο, τις «Θερμοπύλες» πίσω από του Φιλοπάππου. Εκεί γνώρισε και τους άλλους. Ολοι παιδιά σαν αυτόν, ξέμπαρκοι, άκληροι, από φτωχές ή διαλυμένες οικογένειες. Στη σύναξη ήταν και ο άνδρας με τα αγκυλωμένα δάχτυλα, ο «κυρ Τάκης». Ο ταραμάς του τον σύστησε ως «επιχειρησιακό υπεύθυνο» και ο Τάκης εντυπωσιάστηκε από τον καθαρευουσιάνικο χαρακτηρισμό. Είπε του Ταραμά: «Αλλαξες κι εσύ, ρε Ταραμά, δεν μιλάς πια τα κολωνιώτικα, δηλαδή ο αρχινταραβερτζής είναι αυτός;» Ο Ταραμάς γέλασε. «Θα αλλάξεις κι εσύ, σου είπα, εδώ είμαστε για έναν ανώτερο σκοπό». Κάθισαν όλοι σε ένα μακρόστενο τραπέζι που ήταν ήδη στρωμένο. Κεφάλι στο τραπέζι κάθισε ένας ντελικάτος νεαρός και δίπλα του, στα δεξιά του, κάθισε «ο κύριος Λάκης».

«Να ΄χεις μάτια να τον βλέπεις και αυτιά να τον ακούς» είπε ο Ταραμάς του Τάκη για τον νεαρό. «Είναι ο ¨οδηγός¨ μας. Φοιτητής της Νομικής».

Ο «οδηγός» σηκώθηκε. Σηκώθηκαν όλοι. Αρχισε να μιλάει. Η φωνή του δυνατή, καθαρή και τον Τάκη τον πιάσαν τα λόγια του. Ενιωσε για πρώτη φορά στη ζωή του σαν ίσος ανάμεσα σε ίσους και όχι τσιράκι, κι αχαμνός και κοπέλι.

«Κολέγες» τους προσφώνησε ο οδηγός, «σε μια πατρίδα που θα διοικείται από τους άριστους όλοι εσείς έχετε θέση, γιατί όλοι σας έχετε αξία. Σήμερα η πατρίδα διοικείται από τους ανάξιους. Είναι διαβρωμένη από τους προσκυνημένους. Δεν υπάρχει τάξη, ούτε ιεραχρία, ούτε σεβασμός στην ιεραρχία, γι αυτό υπάρχει χάος, έκπτωση και σήψη. Χαίρομαι που βρίσκομαι ανάμεσά σας. Ανάμεσα σε εσάς, τη δύναμη του αύριο, που εδώ κοντά μας βρήκατε το δρόμο που κανείς δεν σας είχε δείξει μέχρι τώρα. Δεν φταίτε εσείς γι αυτό που ήσασταν, αλλά αυτοί που σας άφησαν να πέσετε κάτω. Ανδρες – προστακτικός ο τόνος – όρθιοι! Αυτό σας τάζω. Αυτό σας υπόσχομαι! Ότι ποτέ δεν θα ξαναπέσετε κάτω. Σας είπε κανείς ποιων μεγάλων ανδρών απόγονοι είμαστε; Όχι, κανείς δεν σας μίλησε! Το ξέρω! Πλάτων, Σωκράτης, Λυκούργος, Λεωνίδας, Θεμιστοκλής. Ανδρες άξιοι! Κολοσσοί στο πνεύμα και στις πράξεις. Εσύ κι εσύ, κολέγα «έδειξε και τον Τάκη», Ελληνας απόγονός τους είσαι, που πάει να πει άξιος, αλλά κανείς δεν σ΄το είπε. Αντίθετα σ΄το έκρυψαν για να σε έχουν πάντα του χεριού τους. Τι είμαστε; Θέλω μια απάντηση. Τι είμαστε;» ούρλιαξε ο οδηγός».

«Ελληνες» του απάντησαν όλοι με μια φωνή. Ο Τάκης ένιωσε μέσα του, πάλι για πρώτη φορά, ένα ρίγος υπερηφάνιας να τον διαπερνά.

«Ελληνες» ένωσε τη φωνή του μαζί τους.

«Είμαστε Βούλγαροι;» ξαναρώτησε με δυνατή φωνή ο ντελικάτος νεαρός.

«Όχι» του απάντησαν ξανά όλοι με μια φωνή.

«Είμαστε Εβραίοι;»

«Όχι» βούηξε το καταγώγι.

«Τι είμαστε;»

«Ελληνες και ορθόδοξοι!» ένωσαν όλοι ξανά τη φωνή τους, που θα κάνουμε το παν για να επιστρέψει η πατρίδα στα χέρια των άξιων. Θάνατος στους ανάξιους. Θάνατος στους Βούλγαρους. Θάνατος στους Εβραίους. Θάνατος στα κουμμούνια. Θάνατος στους συνοδοιπόρους»…

Για την αθλητική ιστορία, η ταυτότητα του αγώνα:
Παναθηναϊκός – Ολυμπιακός: 1-1 (1-1)
(Διεκόπη στο 115′, λόγω επεισοδίων)
Παναθηναϊκός: Boυτσαράς, Καµάρας, Παπουλίδης, Σούρπης, Ανδρέου, Πιτυχούτης, Δοµάζος, Λουκανίδης, Κοµιανίδης, Πανάκης, Παπαεµµανουήλ.
Ολυμπιακός: Αυγητίδης, Πλέσσας, Στεφανάκος, Παυλίδης, Σηµαντήρης, Πολυχρονίου, Γκαϊτατζής, Βασιλείου, Σιδέρης, Παπάζογλου, Νεοφώτιστος.
Σκόρερς: 16′ Νεοφώτιστος, 36′ Δοµάζος.
Διαιτητής: Μάτενς (Ολλανδία).
Θεατές: 25.000
Με απόφαση της ΕΠΟ ο αγώνας δεν επαναλήφθηκε. Κυπελλούχος Ελλάδας το 1964 αναδείχτηκε η ΑΕΚ άνευ αγώνος.

Γιάννης ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ    (Από το site 2X45.gr)