A+ A A-

"Ζορίζομαι ο αυτοαπασχολούμενος, αλλά είμαι αξιοπρεπής και σκυλί στη δουλειά και συνεπής στις υποχρεώσεις μου": η ιστορία ενός συναδέλφου από την Κρήτη που προτίμησε να γίνει freelancer στο άγριο τοπίο των media της μεγαλονήσου, δεν μπορεί παρά να είναι ενδιαφέρουσα...

ΠΩΣ ΑΠΟΦΑΣΙΣΑ ΝΑ ΓΙΝΩ FREELANCER
(ή οι περιπέτειες των δημοσιογράφων στην επαρχία)

του Γιώργου Γυπάκη

Από την προσπάθεια ίδρυσης «Μεσογειακού Ινστιτούτου Δημοσιογραφίας» από μη εμπλεκόμενους ενεργά με τη δημοσιογραφία παράγοντες και στο οποίο οι Χανιώτες δημοσιογράφοι θα ήταν απλώς παρατηρητές ή θα κάλυπταν το…ρεπορτάζ, μέχρι την κατάσταση δουλείας στην οποία οι τελευταίοι βρίσκονται εδώ και χρόνια, μέχρι και το ιδιότυπο καθεστώς μονοπώλησης της ενημέρωσης και της διαφημιστικής αγοράς από μία τοπική εφημερίδα, η κατάσταση εδώ στα Χανιά, έχει πολύ…ψωμί!
Ποιος θεωρείται εδώ κατ΄ επάγγελμα δημοσιογράφος, ποιος αυτοαπασχολούμενος, ποιανού τα δικαιώματα υπερασπίζουν οι διάφορες Ενώσεις, ποιος διατηρεί την αξιοπρέπειά του ως επαγγελματίας σ΄ αυτόν τον τόπο;

ΡΕ, ΕΣΥ ΜΑΣ ΚΛΕΒΕΙΣ!
Υπήρξε λοιπόν, καναλάρχης στα Χανιά, που γύρισε και μού πε «ρε, εσύ θα έπρεπε να με πληρώνεις που δουλεύεις στην τηλεόραση, αντί να σε πληρώνω εγώ». Ήταν η «χρυσή εποχή» για μας τότε, όταν άρχισαν να ξεφυτρώνουν παντού στην επαρχία ιδιωτικά κανάλια και βρίσκαμε όλοι δουλειά, με 100-115 χιλιάρικα το μήνα, χωρίς ασφάλιση, με ΔΠΥ από όπου το 20 % πήγαινε ως παρακράτηση φόρου και πληρωμή λογιστή για τη σύνταξη του ΦΠΑ. Οι απόφοιτοι δημοσιογραφικών σχολών ήταν οι «αλβανοί εργάτες» των καναλιών και οι διάφοροι υιοί (άσχετοι με το αντικείμενο) των κομματικών παραγόντων ελάμβαναν τις θέσεις «αρχισυντάκτη» «βοηθού αρχισυντάκτη» «βοηθού του βοηθού, μέχρι να γίνει αρχισυντάκτης στο ραδιοφωνικό σταθμό που ΘΑ κάνουμε» για να μη μείνει κανείς παραπονεμένος. Εγώ θυμάμαι πως ήμουν ο πρώτος που έκανε παραγωγές ντοκυμανταίρ στα Χανιά, χωρίς να πάρει δεκάρα τσακιστή… Μη νομίζετε πως από τότε τα πράγματα έχουν αλλάξει: απλώς μερικοί επιχειρηματίες έβαλαν νερό στο κρασί τους, αφού σύρθηκαν στα δικαστήρια και στην επιθεώρηση εργασίας από μερικούς από μας, κι αναγκάστηκαν να περνούν ένσημα του ΙΚΑ.
Μέχρι πριν από δυο-τρία χρόνια, έπαιρνα 150.000 μαύρα το μήνα (όποτε τύχαινε) για να κάνω το συντάκτη, τον αρθρογράφο, το ρεπόρτερ, το διορθωτή και ενίοτε τον αρχισυντάκτη ταυτόχρονα, μέχρι που όταν μου ζήτησαν ΔΠΥ τους είπα ότι θα πρέπει να μου δίνουν το ΦΠΑ και να υπoλογίσουν ότι το 15% της παρακράτησης δεν θα πρέπει να αφαιρεθεί από το μηνιαίο εισόδημά μου γιατί έτσι δεν βγαίνω και μου είπαν: «εσύ μας κλέβεις!»


ΕΝΑ ΣΤΑ ΟΡΘΙΑ ;
Σχεδόν όλοι οι συνάδελφοι (εκτός από τους φελλούς που έμαθαν τη δουλειά ως αρχισυντάκτες στα κανάλια) συνεχίζουν να εργάζονται με αυτό το καθεστώς και με μικρές αυξήσεις στο μισθό. Οι περισσότεροι κάνουν από δύο-τρεις δουλειές για να τα βγάζουν πέρα, (εκτός από κάποιους που ο εργοδότης τους απαγορεύει να δουλεύουν σε άλλα μέσα παράλληλα) γυρνώντας όλη μέρα με ένα ματσούκι στο χέρι και την φωτογραφική μηχανή, καλύπτοντας συσκέψεις και συμβούλια παραγόντων, παίρνοντας δηλώσεις από κάθε παράγοντα. Ενημέρωση στα Χανιά (και στην Κρήτη δηλαδή) είναι η πληροφόρηση που λαμβάνουμε από κάθε παράγοντα της τοπικής εξουσίας, που μεταφέρεται ως de facto και φυσικά αναμφισβήτητο γεγονός στην κοινή γνώμη. Έτσι, φροντίζουμε όλοι να συντηρούνται οι ίδιοι παράγοντες για χρόνια στην εξουσία. Ως έρευνα, θεωρείται το μακρύ ρεπορτάζ που συλλέγει στοιχεία και απόψεις από όσο το δυνατόν περισσότερους παράγοντες. Αυτό θεωρείται αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων. Ο δημοσιογράφος δεν έχει υποκειμενική αντίληψη (άλλωστε δεν προλαβαίνει να αποκτήσει) κι αν έχει, λογοκρίνεται αυστηρά. Ο δημοσιογράφος είναι ένα με την κοινή γνώμη άλλωστε. Ερωτάται μόνο για θέματα γκάλοπ: «υπάρχει επάρκεια αγαθών ενόψει του Πάσχα στην αγορά;». Υπάρχει πάντα. Είσαι για ένα στα όρθια, σκλάβε;

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΟΣ;
Τελικά, οι μόνοι “δημοσιογράφοι” που διατηρούν την αξιοπρέπειά τους είναι αυτοί που δεν πληρώνονται καθόλου. Από σπόντα, διάφοροι μεσήλικες και συνταξιούχοι με «συγγραφικό ταλέντο» βγάζουν τα απωθημένα τους γεμίζοντας ολόκληρες σελίδες στις τοπικές εφημερίδες με μπούρδες. Κι επειδή αυτοί δεν πληρώνονται, είναι οι καλύτεροι φίλοι των εκδοτών, που εύκολα τους «μονιμοποιούν» στο συντακτικό δυναμικό της εφημερίδας. Υστερα από λίγο καιρό, αυτοί οι ανεξάρτητοι συνεργάτες αρχίζουν να αυτοαποκαλούνται «δημοσιογράφοι». Έτσι, έχουμε το φαινόμενο του «Τουριστικού Δημοσιογράφου» από έναν ταξιδιωτικό πράκτορα, ή του αθλητικού συντάκτη, από τον πρόεδρο ενός αθλητικού ομίλου, ή του συντάκτη πολιτιστικών από έναν εκπαιδευτικό κλπ. Δεν με ενοχλεί τόσο που οι άνθρωποι αυτοί κάνουν τη δουλειά μου τζάμπα, στερώντας μου μία θέση εργασίας, κρατώντας χαμηλά τις μισθολογικές μου αξιώσεις στην αγορά, υποβιβάζοντας το συνολικότερο επίπεδο ενημέρωσης. Με πειράζει που αυτοαποκαλούνται δημοσιογράφοι, κι εγώ δεν μπορώ να βρω επιχειρήματα για να αποδείξω ότι δεν είναι. Γιατί κανείς δεν υπάρχει να προσδιορίσει τον όρο, θεσμικά.

ΕΡΜΑ ΜΟΥ ΝΙΑΤΑ…
Από τα νιάτα μου ακούω να μιλάνε γι αυτές τις «Ενώσεις» των δημοσιογράφων. Κάποια ΕΣΗΕΑ, κάποια «Ένωση Συντακτών Επαρχιακού Τύπου» ή κάπως έτσι, που εδρεύει κάπου στην Πελοπόννησο, αν θυμάμαι καλά (όταν συγχύζομαι δεν θυμάμαι). Νομίζω, υπάρχουν ένας-δύο συνάδελφοι που είναι μέλη σε τέτοιες Ενώσεις. Παλιά που ρωτούσα, μου έλεγαν ότι πρέπει να έχω λέει «ΙΚΑ» και τέτοια για να μπω σε Ένωση. Να βρω που εδρεύει, να στείλω αίτηση, να αποδείξω το ποιόν μου, τη δημοσιογραφική μου ταυτότητα, να γλύψω τηλεφωνικά κανέναν κώλο. Και να περιμένω. Ακόμα δεν το έψαξα. Δώδεκα χρόνια δημοσιογράφος, σε όλα τα Μέσα κι από όλες τις θέσεις, σε Ένωση εγώ δεν μπορώ να μπω. Ασφαλισμένος στην Ιnteramerican είμαι. Κι αν αλλάξανε τα πράγματα και μπορώ, από πού θα το μάθω;

ΟΙ ΕΚΔΟΤΑΙ
Αντιθέτως, οι Ενώσεις των εκδοτών καλά κρατούν. Κι από μία χωρίστηκαν σε δύο και συνέδρια κάνουν και ατέλεια χάρτου ζητούν και από τις Νομαρχίες έσοδα. Η Δεξιά και η Κεντροαριστερά. Και στα Χανιά, μία εφημερίδα μονοπωλεί την ενημέρωση (στεγνή, στυφνή και να μη θίγει) γιατί μονοπωλεί τα μνημόσυνα και τις αγγελίες. Σαν Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως ένα πράγμα. Οι άλλες βγαίνουν τσίμα-τσίμα (ασπρόμαυρες ή τετράχρωμες, σαν τα νεκροταφεία με τα ξεθωριασμένα πλαστικά λουλούδια). Εσχάτως, εμφανίζονται κι εφημερίδες με στόχο την «απορρόφηση ειδικών επιδοτήσεων».Τα περιοδικά, κάτι εκδόσεις που θυμίζουν τη δεκαετία του 70 σε αισθητική, έχουν «ενδιαφέρουσα» ύλη: Τα ίδια λαογραφικά και ιστορικά και αρχαιολογικά θέματα (άλογα, μοναστήρια, πόμολα νεοκλασσικών σπιτιών, εκδρομές στην ενδοχώρα). Και λίγο κοσμική ζωή. Περιοδικά ανοίγουν-κλείνουν κάθε χρόνο. Βλέπεις, το τυπογραφικό κόστος στο νησί είναι μεγάλο, γιατί το χαρτί περνάει από θάλασσα για νάρθει. Και γιατί βεβαίως, υπάρχουν μόνο 4 μεγάλα τυπογραφεία στην Κρήτη.


ΠΙΟ ΚΑΛΗ Η ΜΟΝΑΞΙΑ
Έτσι αποφάσισα κι εγώ, να τραβήξω το δρόμο μου, μετρώντας 1.000.000 ανεξόφλητες οφειλές από τα δύο τελευταία Μέσα όπου εργάστηκα. Και σεμινάρια στο Office και στο Web Design έκανα και τις δουλειές τις κυνηγάω εργολαβικά και εφημερίδες βγάζω και περιοδικά και το διαφημιστή παριστάνω. Τους τυπογράφους ξέρω να τους γλύφω, οι (γνήσιοι) συνάδελφοι μ΄αγαπάνε γιατί τους δίνω ειδήσεις και οι παράγοντες με σέβονται γιατί τους έχω χεσμένους. Αλλά όταν πήγα στον ΟΑΕΔ ως άνεργος να πάρω επιδότηση για να ξεκινήσω γραφείο με μία μικρή υποδομή, α, δεν πληρούσα τα κριτήρια, γιατί και PC είχα αγοράσει με δικά μου λεφτά και γραφείο έπρεπε να νοικιάζω. Και για να κάνω έναρξη επαγγέλματος, έπρεπε να βγάζω τα διπλά λεφτά για να πληρώνω την παρακράτηση φόρου, το ΦΠΑ, το λογιστή, το ΤΕΒΕ και να μου μένει και μια 150αρα το μήνα. Και το ρεύμα, τα τηλέφωνα, τα έξοδα μετακίνησης; Από ποια δουλειά θα ζητήσω τόσα, όσα θα φτάνουν να πληρώνω το κράτος-κλέφτη, τώρα που όλοι εδώ έχουν μάθει ότι οι δημοσιογραφικές υπηρεσίες είναι κάτι που μπορεί να προσφέρει ο κάθε άσχετος, με λιγότερα από 100.000 το μήνα; Ζορίζομαι ο αυτοαπασχολούμενος. Αλλά είμαι αξιοπρεπής και σκυλί στη δουλειά και συνεπής στις υποχρεώσεις μου. Όταν με ρωτούν τι δουλειά κάνω, πρέπει να τους εξηγώ για μισή ώρα, γιατί δεν έχουν ξανακούσει «επιχειρηματία δημοσιογράφο». Μαθαίνουν όμως. Μαθαίνω κι εγώ, ότι όσο ανανεώνεται το αναγνωστικό κοινό, όσο υπάρχουν φορείς που χρειάζονται την επαφή με την κοινή γνώμη, όσο σκληραίνουν τα κριτήρια του ανταγωνισμού και η Αθήνα εξαπλώνεται στην επαρχία με εκδόσεις ποιοτικά ανώτερες, θα υπάρχει ανοιχτή αγορά για ένα δημοσιογράφο που μπορεί να κινείται με ευελιξία, επιχειρηματικότητα και φευ, με ποιότητα.