A+ A A-

Όσο πιο γρήγορα αντιμετωπιστεί τόσο πιθανότερο είναι να θεραπευτεί ένα τεράστιο πρόβλημα που πλήττει το λειτούργημα της ενημέρωσης.

Η αιχμαλωσία της δημοσιογραφίας από τους βαρόνους των media και την κομματοκρατία μέσω διαπλεκόμενων δημοσιογράφων είναι μια πληγή που συνεχώς επιδεινώνεται. Ένα γεγονός που εξελίσσεται απρόσκοπτα και ανερυθρίαστα με την ανοχή των θεσμικών οργάνων και των συνδικαλιστικών σωματείων.

Ατάραχες παρακολουθούν η ΕΣΗΕΑ και οι άλλες ενώσεις και η Επιτροπή (αν υπάρχει) που εποπτεύει την εφαρμογή του Κώδικα Δεοντολογίας, τις παρεμβάσεις των αρχηγών και αρχηγίσκων της κομματικής νομενκλατούρας οι οποίες “κατασκευάζουν” κατά το δοκούν το αγαθό της ενημέρωσης σε συνεννόηση-συναλλαγή με τους βαρόνους των ΜΜΕ.

Μέχρι στιγμής οι συνδικαλιστές δεν έχουν βρει ένα κοινό βηματισμό έστω σε κάποιες βασικές αρχές όπως π.χ. να οριοθετήσουν τη σχέση δημοσιογραφίας και πολιτικής ώστε να προστατευτεί η ανεξαρτησία του δημοσιογράφου.

Οι διαφορές μεταξύ τους ανάλογα με την κομματική ένταξή τους είναι αγεφύρωτες και συνεχώς διογκούμενες λόγω προσωπικών επιδιώξεων και ιδιοτέλειας.

Έτσι, κάποιοι εξανίστανται επιλεκτικά για τις δηλώσεις Πολλάκη κατά δημοσιογράφων, αλλά δεν λένε κουβέντα για τα δημοσιεύματα που θέλουν τη ΝΔ να βάζει βέτο για να μην πάρει εκπομπή στον τηλεοπτικό σταθμό OPEN ο Βαξεβάνης, ούτε για τα άρθρα του Πρετεντέρη που εύχεται και προαναγγέλλει το κλείσιμο εφημερίδων!

Από την πλευρά τους τα ηγετικά στελέχη των πολιτικών κομμάτων επιδίδονται συνεχώς σε ηθικολογικές καταγγελίες περί εκτροπών κ.λπ., ενώ τα ίδια ξεχειλώνουν με θράσος κάθε έννοια δεοντολογίας και σεβασμού στα δικαιώματα των αντιπάλων τους!

Κακά τα ψέματα! Πλήθος επιφανών δημοσιογράφων είναι «υπάλληλοι» των κομματικών γραφείων και δεν κρατάνε ούτε τα προσχήματα.

Έχουν μετατρέψει την ενημέρωση σε κομματική προπαγάνδα ιδιαίτερα τώρα που βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο. Σίγουρα με το αζημίωτο,  αλλά ταυτόχρονα ζημιώνοντας την επαγγελματική τους εικόνα.

Το πρόβλημα είναι διαχρονικό και ανέγγιχτο από τις διοικήσεις των σωματείων γιατί μεταξύ των εκλεγμένων οι περισσότεροι εκλέγονται και έχουν ανάγκη την κομματική υποστήριξη.

Τι μπορεί να γίνει για να αλλάξει η κατάσταση;

Δεν είναι καθόλου εύκολο να ελεγχθεί η σχέση ενός εκάστου επαγγελματία δημοσιογράφου με τον ιδιώτη εργοδότη του και με το σύστημα της κομματοκρατίας.

Εκείνο που μπορεί να ελεγχθεί είναι το προϊόν της εργασίας του σε σχέση με τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

Όμως ακόμη και αυτός ο έλεγχος από τη στιγμή που η κομματοκρατία έχει εισβάλει στα σωματεία αποδεικνύεται ανεπαρκής και αναποτελεσματικός.

Εκείνο που μπορεί να θεραπευτεί έως έναν βαθμό σε πρώτη φάση με θεσμική παρέμβαση είναι η λειτουργία των Δημόσιων Μέσων Ενημέρωσης. Πρέπει άμεσα πρώτη η διοίκηση της ΕΣΗΕΑ, ως το μεγαλύτερο δημοσιογραφικό σωματείο, να θεσμοθετήσει: α) το «πάγωμα» της σχέσης με τα μέλη της που εργάζονται σε κομματικά γραφεία τα οποία όπως οι δημοσιογράφοι βουλευτές να μην έχουν τουλάχιστον το δικαίωμα του εκλέγεσθαι στα όργανα της και β) το ασύμβατο του διορισμού δημοσιογράφων που εργάζονται σε πολιτικά κόμματα τα οποία είναι στην κυβέρνηση ή πρόκειται να σχηματίσουν κυβέρνηση.

Να απαγορεύεται δηλαδή σε έναν δημοσιογράφο που εργάζεται σε πολιτικό κόμμα ή κατεβαίνει υποψήφιος/α σε εκλογές, να διορίζεται σε δημόσιο Μέσο Ενημέρωσης για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, αν το κόμμα αυτό συμμετέχει σε σχηματισμό κυβέρνησης.

Έτσι, όσοι θέλουν να δουλέψουν σε ένα κόμμα θα γνωρίζουν ότι το κάνουν από ιδεολογία και όχι γιατί θα εξασφαλίσουν εκπομπές και παχυλά αμοιβόμενες θέσεις εργασίας ή αργομισθίες σε ΕΡΤ, ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΓΓΕ-ΓΓΕ κ.λπ.

Όσο συνεχίζεται η αδράνεια τόσο οι διοικήσεις των συνδικαλιστικών σωματείων θα είναι υπόλογες και ύποπτες για διαπλοκή με κομματικούς μηχανισμούς, πράγμα ασύμβατο με τη δημοσιογραφική δεοντολογία.

Οι αξιοπρεπώς εργαζόμενοι έντιμοι δημοσιογράφοι πρέπει να υποστηριχθούν και να ανταμειφθούν με κάθε τρόπο για να διασωθεί η καταρρακωμένη τιμή του επαγγέλματος.

Όχι σε δημοσιογράφους κομματικούς υπάλληλους!