A+ A A-

Σαν σήμερα πριν από 73 χρόνια, στις 3 Δεκέμβρη του 1944, σχεδόν δύο μήνες μετά την απελευθέρωση και την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων,  αιματοκυλίστηκε η Αθήνα, όταν μεγάλη διαδήλωση άοπλων πολιτών δέχθηκε απρόκλητα πυρά με αποτέλεσμα τον θάνατο δεκάδων αθώων.

Αυτή η δολοφονική δραστηριότητα προκάλεσε το μεγάλο ρήγμα στο αναγκαίο κλίμα ομοψυχίας που χρειαζόταν για την ανασυγκρότηση της ρημαγμένης από τον πόλεμο και την κατοχή χώρας και αποτέλεσε την αρχή της εμφυλιοπολεμικής συνέχειας που πλήρωσε με βαρύτατες συνέπειες η ελληνική κοινωνία.

Το κείμενο του δημοσιογράφου, Ζήση Καραβά, που ακολουθεί επιχειρεί να απαντήσει σε ουσιαστικά ερωτήματα σχετικά με τα Δεκεμβριανά και δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο Koutipandoras.gr, όπου θα ακολουθήσει μια σειρά από σχετικά άρθρα για αυτό το πολυσυζητημένo γεγονός της σύγχρονης ιστορίας μας.     

Έτσι στήθηκαν τα «Δεκεμβριανά 1944»

Ποιοι ήθελαν και (πώς) μεθόδευσαν τη σύγκρουση της Αθήνας σκοτώνοντας άοπλους διαδηλωτές στο συλλαλητήριο του ΕΑΜ.

Έρευνα - κείμενα: Ζήσης Ι. Καραβάς

Ένα από τα πλέον συζητημένα ζητήματα-ερωτήματα της πρόσφατης πολιτικής Ιστορίας μας είναι το ποιοι ήθελαν και για ποιο σκοπό μεθόδευσαν τη σύγκρουση που άρχισε στις 3 Δεκέμβρη 1944 στην Αθήνα. Ας δούμε όμως εν συντομία πώς φτάσαμε στα «Δεκεμβριανά». Κατ' αρχήν πρέπει να υπογραμμισθεί πως το ότι στην Εθνική Αντίσταση πρωτοστάτησε το εαμικό κίνημα (αριστεροί και φιλελεύθεροι προοδευτικοί και δημοκράτες) είναι γνωστό και γενικώς αποδεκτό. Οι μεταξικοί και βασιλόφρονες απουσίασαν σχεδόν καθολικά. Όμως, όσο φούντωνε το εαμικό κίνημα αποκτώντας και οπλισμό από τις αντίπαλες (ιταλογερμανικές) κατοχικές δυνάμεις που εξουδετέρωνε, άρχιζε να ανησυχεί η άλλη παράταξη, ιδιαίτερα από το 1943 και πολύ περισσότερο από τη στιγμή που οι ΕΑΜικοί συγκρότησαν την Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ), στις 10 Μάρτη 1944.

Η άλλη πλευρά, με κύρια έκφραση τη «νόμιμη» Ελληνική Κυβέρνηση, γνωστή ως «Κυβέρνηση της Εξορίας» στο Κάιρο, αποφάσισε να καλέσει εκπροσώπους των πολιτικών δυνάμεων σε Συνέδριο στον Λίβανο (Απρίλης – Μάης 1944), όπου και απέσπασε τη συναίνεση για συγκρότηση Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας με συμμετοχή και 5-6 προσώπων από το ΕΑΜ όχι όμως σε νευραλγικά υπουργικά πόστα. Όπερ και εγένετο, καθώς μετά από λίγους μήνες δισταγμού και κωλυσιεργίας το ΕΑΜ στις αρχές του Σεπτέμβρη 1944 πρότεινε εκπροσώπους για 6 υπουργικές θέσεις (Αλέξανδρος Σβώλος, Γιάννης Ζέβγος, Μιλτιάδης Πορφυρογένης, Άγγελος Αγγελόπουλος, Ηλίας Τσιριμώκος, Νίκος Ασκούτσης) στην υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου Κυβέρνηση.

Παρέλαση της ΕΠΟΝ Καισαριανής προς το Σύνταγμα (φωτ. ΑΣΚΙ)

 

Στα τέλη του ίδιου μήνα πραγματοποιήθηκε στην Καζέρτα της Ιταλίας μια άλλη συνάντηση, όπου είχαν προσκληθεί και οι αρχηγοί των δυο κυριότερων ένοπλων αντιστασιακών οργανώσεων του ελλαδικού χώρου – ο Στέφανος Σαράφης του ΕΛΑΣ και ο Ναπολέων Ζέρβας του ΕΔΕΣ –, καθώς και Βρετανοί Αξιωματούχοι. Εκεί, στις 27 Σεπτέμβρη υπογράφτηκε η Συμφωνία της Καζέρτας με κύρια σημεία:

α) Ολες οι ένοπλες δυνάμεις στον ελλαδικό χώρο, άρα και ο ΕΛΑΣ και ο ΕΔΕΣ, θα υπάγονταν στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας.

β) Η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας όριζε αρχιστράτηγο τον βρετανό στρατηγό Ρόναλντ Σκόμπι.

γ) Οι δυνάμεις των ανταρτών δεν είχαν δικαίωμα να κινηθούν προς Αθήνα και Θεσσαλονίκη κατά την αποχώρηση των Γερμανών. Έπρεπε να περιμένουν την άφιξη της Κυβέρνησης, που τη συνόδευαν και βρετανικές δυνάμεις και μια ελληνική ταξιαρχία, η οποία είχε βοηθήσει τους συμμάχους στο Ρίμινι και είχε «εκκαθαριστεί» από δημοκρατικούς στρατιώτες και αξιωματικούς προτού αναχωρήσει από το Κάιρο.

Τελικά, οι Γερμανοί αποσύρονταν από την Αθήνα (12.10.1944) και η Ελληνική Κυβέρνηση έφτασε στις 18 του Οκτώβρη. Παρεμπιπτόντως, αν ΕΑΜ-ΕΛΑΣ/ΚΚΕ είχαν πρόθεση και σχέδιο να καταλάβουν την εξουσία με τα όπλα, γιατί δεν το έπραξαν εκείνο το «νεκρό» διάστημα;

Ακολούθησαν 45 μέρες που η Κυβέρνηση είχε προστριβές με τους ΕΑΜικούς συνεργάτες της για ένα πολύ βασικό ζήτημα: Ο Γ. Παπανδρέου επιδίωκε να αφοπλίσει τον ΕΛΑΣ και να διατηρήσει δυνάμεις σαφώς αντιεαμικές: την ορεινή Ταξιαρχία του Ρίμινι και τον Ιερό λόχο. Οι επικίνδυνοι και, κατά τον Πρωθυπουργό, ύποπτοι για βίαιη κατάληψη της εξουσίας ΕΑΜικοί ζήτησαν να διατηρήσουν κι αυτοί μια ταξιαρχία του ΕΛΑΣ ισοδύναμη προς τα κυβερνητικά ένοπλα σώματα. Μάλιστα, η πλευρά Παπανδρέου είχε επιπλέον στο πλευρό της τις δυνάμεις των Βρετανών (με τανκς και αεροπλάνα), άρα δεν είχε λόγους να αγωνιά μήπως υπερτερούν οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ/ΚΚΕ. Όμως, την 1η Δεκέμβρη 1944 ο Σκόμπι εξέδωσε διαταγή για αφοπλισμό του ΕΛΑΣ ως τις 10 Δεκέμβρη!

Τμήμα του ΕΛΑΣ παρελαύνει σε γειτονιά της Αθήνας τις ημέρες της Απελευθέρωσης (φωτ. ΑΣΚΙ)

Κατόπιν τούτου, οι εαμικοί υπουργοί παραιτήθηκαν και το ΕΑΜ προκήρυξε γενική απεργία και οργάνωση συλλαλητηρίου την Κυριακή 3 Δεκέμβρη στην Πλατεία Συντάγματος. Κι εκεί άρχισαν όλα όταν (όπως καταδεικνύεται με ντοκουμέντα και μαρτυρίες της εποχής) τα «όργανα της τάξεως» της κυβέρνησης Παπανδρέου (με τις πολιτικές και στρατιωτικές πλάτες των Βρετανών) αιματοκύλησαν το συλλαλητήριο ανοίγοντας πυρ εναντίον των άοπλων διαδηλωτών. Για το ποιος προσχεδιασμένα ήρξατο χειρών αδίκων, υπάρχουν πάμπολλα γραπτά ντοκουμέντα. Ενδεικτικά:

* Όπως αναφέρει ο Βάσος Μαθιόπουλος στο βιβλίο του «Δεκέμβρης του 1944» (σελ. 120) σε μήνυμα που έστειλε ο Βρετανός Πρωθυπουργός Γουίνστον Τσώρτσιλ στις 7 Νοέμβρη 1944 προς τον Υπουργό του επί των εξωτερικών Άντονι Ήντεν, έγραφε: «Κατά τη γνώμη μου, αφού πληρώσαμε τόσα (με τη «συμφωνία των ποσοστών», παραχωρήσεις στον Στάλιν), περιμένω οπωσδήποτε μια σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν θα πρέπει να την αποφύγουμε, υπό τον όρο να διαλέξουμε καλά το έδαφός μας (χώρο- χρόνο- σχεδιασμό)»!

* Επίσης, σε άλλο μήνυμά του, στα μέσα Νοέμβρη 1944, δηλ. ένα 10ήμερο/15θήμερο πριν από τη Δεκεμβριανή τραγωδία στην Αθήνα, ο Τσώρτσιλ έγραφε: «Είναι ευτύχημα ότι η επικείμενη σύγκρουση με το ΕΑΜ γίνεται χωρίς να είναι ο βασιλιάς εκεί. Μπορούμε να παίξουμε πολύ καλύτερα το παιχνίδι μας υπέρ του Παπανδρέου από ό,τι θα μπορούσαμε αν θα εμφανιζόμασταν να επιβάλλουμε ένα μοναρχικό καθεστώς στην Ελλάδα»

* Κι όταν λίγες μέρες μετά άρχιζε η «επικείμενη» σύγκρουση, πάλι ο Τσώρτσιλ έγραψε ειδικές οδηγίες στον αρμόδιο στρατηγό Σκόμπι, διατάζοντάς τον: «Μη διστάσετε να πυροβολήσετε εναντίον παντός ενόπλου... Μη διστάσετε να ενεργήσετε ως να ευρίσκεσθε εις μόλις καταληφθείσαν πόλιν όπου έχει εκραγεί επαναστατικόν κίνημα»!

Να διευκρινιστεί, ότι αυτά γράφονταν από τον Τσώρτσιλ, ενώ οι δυνάμεις του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ δεν είχαν ακόμη συγκρουστεί με Βρετανούς και προσπαθούσαν ή προσδοκούσαν να βρουν δρόμο συμπόρευσης (με αποστολή εκπροσώπων στον Σκόμπι για συνεννόηση). Ιδού, λοιπόν, ο βασικός υπαίτιος του εμπρησμού για τα «Δεκεμβριανά»!

Αλλά και ο εκλεκτός των Βρετανών, Πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου ομολογεί σε επιστολή του που δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (2.3.1948), ότι είχε υποσχεθεί στον «μέγα ηγέτη» Τσώρτσιλ «Εξοπλισμό του Κράτους - Αφοπλισμό του ΕΑΜ», ενώ σε άλλο σημείο της ίδιας επιστολής τόνιζε: «Και εις την Ελλάδα το ΚΚΕ είχε καταστή παντοδύναμον και είχε συγκροτήσει και την Κυβέρνησιν των Βουνών - την ΠΕΕΑ. Και η αγωνία, από την οποία αδιαλείπτως κατειχόμην ήτο: Πώς θα κατελύετο; Δύο ήσαν τα στάδια διά να φθάσωμεν εις την Νίκην: Πρώτον, η έλευσις εις τας Αθήνας! Και δεύτερον, ο αφοπλισμός του ΚΚΕ»!

Τμήμα του ΕΛΑΣ παρελαύνει τις ημέρες της απελευθέρωσης

 

Από την άλλη πλευρά τώρα, ΕΑΜ-ΕΛΑΣ/ΚΚΕ είχαν άραγε στόχο (και σχέδιο) να καταλάβουν διά των όπλων την εξουσία; Σύμφωνα με τους περισσότερους ιστορικούς, που έχουν μελετήσει τα σχετικά ντοκουμέντα της εποχής, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από κανένα κομματικό κείμενο ή αναφορά, από καμία μαρτυρία ή πηγή της Αριστεράς. Διότι, μπορεί να ήταν ευχή ή επιθυμία πολλών εαμικών, αλλά ήταν πέρα από τις προθέσεις και αποφάσεις της ηγεσίας του ΕΑΜ/ΚΚΕ. Άλλωστε, παρόλη την κοινωνικοπολιτική προβολή και αναγνώρισή του από τον ελληνικό λαό το ΕΑΜικό Κίνημα έδειξε πολλή υποχωρητικότητα (πήγε στον Λίβανο, μπήκε στην Κυβέρνηση, υπέγραψε τη Συμφωνία της Καζέρτας και δέχτηκε την στρατιωτική υπαγωγή του στον Σκόμπι, δεν εκμεταλλεύτηκε το κενό εξουσίας στην Αθήνα 12-18 του Οκτώβρη 1944).

Γιατί όλες αυτές οι υποχωρήσεις δεν εκτιμήθηκαν από την πλευρά του Πρωθυπουργού; Μήπως είχε άλλα κατά νου; Ποιος, λοιπόν, ή ποιοι από τους τρεις παράγοντες (οι Άγγλοι του Τσώρτσιλ, η Ελληνική Κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου και η ΕΑΜική Ηγεσία) είχαν συνειδητά επιδιώξει να φτάσουν στη σύγκρουση που άρχισε με την αιματοχυσία άοπλων διαδηλωτών στην Πλατεία Συντάγματος την Κυριακή 3 Δεκέμβρη 1944;

Κάποιοι ιστορικοί (και άλλοι) υποστηρικτές της άποψης ότι την κύρια ευθύνη για τα «Δεκεμβριανά» φέρουν ΕΑΜ-ΕΛΑΣ/ΚΚΕ προβάλλουν ως βασικό ντοκουμέντο την έκθεση του Θόδωρου Μακρίδη (ψευδώνυμο «Έκτορας») που γράφτηκε το καλοκαίρι του 1946 με εντολή του Νίκου Ζαχαριάδη και απευθυνόταν στην ηγεσία του ΚΚΕ. Η εν λόγω έκθεση (54 χρόνια μετά τη συγγραφή της δημοσιεύτηκε ολόκληρη από τον Γρηγόρη Φαράκο στον Β' τόμο του βιβλίου του «Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία»/έκδοση 2000) αφορά όλη την περίοδο από την προετοιμασία ίδρυσης του ΕΛΑΣ ως και τη Βάρκιζα (12.2.1945). Ο Θ. Μακρίδης ήταν αξιωματικός του αστικού στρατού και κλήθηκε από την ηγεσία του ΚΚΕ στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1941. Από τα πρώτα μέλη της Κεντρικής Στρατιωτικής Επιτροπής, έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ίδρυση του ΕΛΑΣ και αργότερα ανέλαβε επιτελικό πόστο στο Γενικό Στρατηγείο.

Από ιστορική άποψη, η «έκθεση Μακρίδη» έρχεται να επιβεβαιώσει μια σειρά άλλες μαρτυρίες αλλά και να παρουσιάσει αναλυτικά στοιχεία γύρω από τη δράση του ΕΛΑΣ, την ποιοτική και ποσοτική δύναμή του κ.λπ. Από πολιτική άποψη, η έκθεση αποτελεί μια λεπτομερειακή παρουσίαση-ανάλυση της εσωτερικής αντιπαράθεσης μέσα στα πλαίσια της ηγεσίας του ΕΛΑΣ και ως ένα βαθμό και του ΚΚΕ για την πορεία και τον χαρακτήρα του αγώνα. Αναδείχνει τις ταλαντεύσεις και τις υποχωρήσεις απέναντι στο ζήτημα της εξουσίας των Άγγλων και των αστικών πολιτικών δυνάμεων. Περιγράφει με στοιχεία την πορεία ανάπτυξης του ΕΛΑΣ και τις αδυναμίες που αποτύπωσε σ' αυτόν η ασαφής πολιτική της ηγεσίας του ΚΚΕ. Αναφέρεται εκτενώς στην αρνητική επίπτωση των συμφωνιών της Καζέρτας, της υπαγωγής στο Συμμαχικό Στρατηγείο, κ.λπ.

Σχετικά με τα «Δεκεμβριανά» ο Θ. Μακρίδης διαβεβαίωνε την ηγεσία του ΚΚΕ ότι «δεν ήταν τόσο τρομερή η κατάσταση όσο την φανταζόντουσαν γιατί ο ΕΛΑΣ έχασε μια μάχη και 5.000 μαχητές, αλλά διαθέτει 100.000 ακόμη εμπειροπόλεμους μαχητές που μπορούν να μάθουν τους Άγγλους και τα κοπέλια τους ότι δεν μας νίκησαν φθάνει να γίνει μια κατάλληλη ανακατάταξη και συγκέντρωση των δυνάμεων αυτών που θα χρειαστεί μια προθεσμία 20-30 ημερών».

Μάλιστα, ο Μακρίδης κάνει αναφορά σε σχέδιο για την κατάληψη της Αθήνας μετά την αποχώρηση των Γερμανών, για διαφωνίες που είχαν προκύψει μεταξύ των κομμουνιστών σχετικά με το θέμα και για άλλα δύο αντίστοιχα σχέδια κατάληψης της Αθήνας που συντάχθηκαν μέσα στο 1944. Επίσης, ισχυρίζεται ότι είχε πάρει εντολή από τον Ζέβγο να συντάξει το σχέδιο κατάληψης της Αττικής, τον Σεπτέμβριο του 1943, όταν πλέον αναμενόταν η αποχώρηση των Γερμανών μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Αλλά, τελικά οι Γερμανοί δεν αποχώρησαν το 1943, οπότε το αρχικό σχέδιο δεν εφαρμόστηκε.

Έτσι, οι βασιζόμενοι αποκλειστικά στην «έκθεση Μακρίδη» υποστηρίζουν ότι ανεξάρτητα από επιμέρους λεπτομέρειες και διαφωνίες, αυτή αποτελεί πειστήριο ότι το ΚΚΕ από το 1943 στόχευε στη βίαιη κατάληψη της Αθήνας άρα και της εξουσίας. Ωστόσο, απόψεις και θέσεις σαν του Θ. Μακρίδη ήταν έξω από τις ιεραρχήσεις της ηγεσίας ΕΑΜ/ΚΚΕ που λειτουργούσε εν πολλοίς αμυντικά απέναντι στην αντίπαλη παράταξη, τη λεγόμενη «εθνική».

Διότι αν ήταν διαφορετικά τότε:

1) Γιατί η ηγεσία ΕΑΜ-ΕΛΑΣ/ΚΚΕ απέρριψε την πρόταση του Άρη Βελουχιώτη (Νοέμβρης 1944) για τη χρησιμοποίηση όλου του δυναμικού των ενόπλων ανταρτών του ΕΛΑΣ από τη Στερεά και την Πελοπόννησο για την κατάληψη της Αθήνας και κατ' επέκταση της εξουσίας, κατά την αποχώρηση των Γερμανών; Κι όχι μόνον αυτό, αλλά στη διάρκεια των Δεκεμβριανών η ηγεσία ΕΑΜ/ΚΚΕ απομόνωσε τον Βελουχιώτη από τη Μάχη της Αθήνας απομακρύνοντάς τον στην Ήπειρο σε επιχειρήσεις εναντίον επουσιωδών «υπολειμμάτων» του ΕΔΕΣ.

2) Γιατί, αν το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στόχευε εξ αρχής σε επιβολή κομμουνιστικού τύπου καθεστώτος, δεν εξαπέλυσε το στρατιωτικό του κίνημα στο κενό διάστημα από 12-18 Οκτωβρίου του 1944; Αλλά και στη συνέχεια, μέχρι το αιματοκύλισμα του ειρηνικού συλλαλητηρίου της Κυριακής 3 Δεκέμβρη 1944 στο Σύνταγμα, γιατί ΕΑΜ/ΚΚΕ επέμεναν στις άοπλες μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις προκειμένου να δείξουν με αυτές την ισχύ και την αντίθεσή τους στην αποικιοκρατικού τύπου βρετανική παρουσία/επέμβαση και να βάλουν την (όποια αριστερή) σφραγίδα τους στις πολιτικές εξελίξεις;

3) Γιατί στο αιματοκύλισμα των διαδηλωτών στην Πλατεία Συντάγματος δεν απάντησαν άμεσα από το ΚΚΕ, καθώς όπως αναφέρει ο Γ. Λεονταρίτης στο βιβλίο του «Ποιοι ήθελαν τα Δεκεμβριανά», ο Άγγλος αξιωματικός Μπίφορντ Τζόουνς είχε δηλώσει: «Όσοι από τους θεατές βρισκόμασταν στη γραμμή του πυρός, περιμέναμε από στιγμή σε στιγμή το ΕΑΜ να απαντήσει με όπλα. Πάνω στη σκεπή των κεντρικών γραφείων του ΚΚΕ, που βρίσκονταν στην πλατεία, υπήρχαν πολυβόλα, τα οποία μπορούσαν να γαζώσουν ολόκληρη τη γειτονιά με καταιγιστικό πυρ. Το ΕΑΜ όμως περιορίστηκε σε βρισιές και απειλές».

4) Γιατί (αν το ΚΚΕ είχε προαποφασίσει τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας) ο ΕΛΑΣ καθυστερούσε την έναρξη επιχειρήσεων εναντίον των Βρετανών επί σχεδόν μια βδομάδα μετά την έκρηξη της Δεκεμβριανής σύγκρουσης; (σσ: Τα εν λόγω ζητήματα θέτει και ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης στο βιβλίο του «Δεκεμβριανά 1944, η Μάχη της Αθήνας»). Μάλιστα, είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΕΛΑΣ κινήθηκε για να εξουδετερώσει τις εστίες των ακροδεξιών/παρακρατικών και στράφηκε εναντίον των δύο άκρων της αντίπαλης διάταξης (Γουδή και Μακρυγιάννη), αφήνοντας ανέγγιχτο και αγγλοκρατούμενο το κέντρο της Αθήνας, ιδίως γύρω από το επιτελικό σημείο της Βουλής, όπου, αν ήθελε, είχε την ισχύ να την καταλάβει συλλαμβάνοντας και τον Γ. Παπανδρέου! Αλλά και μεσούντων των Δεκεμβριανών, και ενώ οι Βρετανοί επέκτειναν τις επιθέσεις τους εναντίον του ΕΛΑΣ, ο Γραμματέας του ΚΚΕ Γιώργης Σιάντος στις 14/12/1944 πρότεινε τον τερματισμό των μαχών χωρίς όμως ανταπόκριση από το αντίπαλο στρατόπεδο (Αρχείο Αιγιαλίδη, Aide Memoire, 14 Δεκεμβρίου 1944, πηγή: ΕΛΙΑ).

Αυτά τα ίδια «γιατί» αποτελούν απάντηση και στον ισχυρισμό του ιστορικού Στάθη Καλύβα ότι «η απόφαση για τη σύγκρουση τον Δεκέμβρη του 1944 είχε ληφθεί από το ΚΚΕ στις 27 Νοεμβρίου και επισημοποιήθηκε στις 2 Δεκεμβρίου, οπότε και ξεκίνησαν για την Αθήνα μονάδες του ΕΛΑΣ Αττικής και Ρούμελης». (βλ. σχετικό άρθρο του «Οκτώ ερωτήματα για τον Δεκέμβριο του 1994» στην «Καθημερινή» - 7.12.2014).

Όχι μόνο, λοιπόν, δεν υπήρχε πρόθεση και σχέδιο από την πλευρά ΕΑΜ/ΚΚΕ για τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας διά των όπλων, αλλά, απεναντίας, από κομματικά ντοκουμέντα (και την περίοδο των Δεκεμβριανών) προκύπτει η σταθερή προσήλωση της τότε ηγεσίας του ΚΚΕ στον δρόμο της «έντιμης απεμπλοκής». Αυτό μαρτυρά σχετική απόφαση του ΠΓ του ΚΚΕ στις 11 Δεκεμβρίου 1944 (Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 109, φ4/1/1, πηγή: ΑΣΚΙ).

Αλλά και στο φινάλε των Δεκεμβριανών (τερματίστηκαν στις 5-6 Γενάρη 1945), όταν το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ ζήτησε από την ηγεσία του ΚΚΕ την έγκριση να συνεχίσει τη σύγκρουση εκτός Αττικής, ο Γ. Σιάντος απέρριψε κάθε τέτοια συζήτηση επικαλούμενος την κομματική απόφαση για στρατιωτική απεμπλοκή και δρομολόγηση διαδικασιών ομαλοποίησης με πολιτικά μέσα (βλ. Ραδιοτηλεγράφημα Σιάντου προς Οργανώσεις – Αρχείο ΚΚΕ, κουτί 145, φ7/32/289, 7 Ιανουαρίου 1945, πηγή: ΑΣΚΙ).

Επιπλέον, μια σημαντική παράμετρος – εν μέρει και επεξηγηματική για τη στάση ΕΑΜ/ΚΚΕ –, που πρέπει να υπογραμμισθεί, είναι το γεγονός ότι η ηγεσία του ΚΚΕ και κατ' επέκταση του ΕΑΜικού κινήματος, θεωρούσε ότι οι ήδη εκτεταμένες κατοχικές καταστροφές*, η πείνα και η εξαθλίωση των λαϊκών μαζών δεν επέτρεπαν τη συνέχιση ενός παρατεταμένου ένοπλου αγώνα με μαζική λαϊκή υποστήριξη και συμμετοχή. Πόσω μάλλον, που, αργά ή γρήγορα, η έλλειψη πυρομαχικών και τροφίμων θα προκαλούσε δυσεπίλυτα προβλήματα, σε συνδυασμό και με την απειλή των Αγγλοαμερικανών να διακόψουν τη βοήθεια σε τρόφιμα και φάρμακα. Είναι χαρακτηριστικό ότι και αντιτιθέμενοι και επικριτές της Συμφωνίας της Βάρκιζας (12.2.1945), όπως το μέλος του ΠΓ του ΚΚΕ Γιάννης Ζέβγος, παραδέχονταν ότι ενώ το ΚΚΕ και το ΕΑΜ είχαν στη διάθεσή τους 50.000 ετοιμοπόλεμους άντρες, η συνέχιση και επέκταση του ένοπλου αγώνα (βασικά στην ύπαιθρο χώρα) δεν θα μπορούσε ν' απαντήσει στην περαιτέρω ανθρωπιστική καταστροφή, που, αναπόφευκτα, θα προκαλούσε η κλιμάκωση των πολεμικών συγκρούσεων (βλ. Ι. Ζεύγος, «Η Λαϊκή Αντίσταση του Δεκέμβρη και το Νεοελληνικό Πρόβλημα», Αθήνα 1945, σελ. 64).

* Πάνω από 1.770 χωριά είχαν καταστραφεί ολοσχερώς, πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι δεν είχαν στέγη, ενώ η παραγωγή σιτηρών είχε μειωθεί κατά 40%.

Εδώ η συνέχεια των άρθρων

ΜΕΡΟΣ 2,  ΜΕΡΟΣ 3, ΜΕΡΟΣ 4, ΜΕΡΟΣ 5, ΜΕΡΟΣ 6, ΜΕΡΟΣ 7

 

Ο Ζήσης Ι. Καραβάς είναι δημοσιογράφος